Δεύτερο Μέρος


ΑΛΚΥΟΝΙΔΕΣ ΜΕΡΕΣ

Αλκυονίδες μέρες σ αδιέξοδο βαδίζουν σιωπηλά,
χαμόγελα ανοιξιάτικα που πάγωσαν σε χείλη σφαλιστά,
η μνήμη τρέχει σαν παιδί, γίνεται φως,
ευτυχισμένος τριγυρνούσες στη ζωή, ήσουν αλλιώς.

Ήρθαν μετά φιγούρες ξένες να σε βρουν,
ψεύτικα λόγια, υποσχέσεις, τι περίμενες να πουν;
φωνή σου πάντα μια απέραντη σιωπή,
την πόρτα άνοιξες διάπλατα να μπουν.

Αλκυονίδες μέρες μια ελπίδα βρήκανε δειλά,
χαμόγελα ανοιξιάτικα που άνθισαν σε χείλη δροσερά,
η μνήμη λούζεται παιδί μέσα στο φως,
κι εσύ ευτυχισμένος στη ζωή, είσαι αλλιώς…


ΜΟΝΟΙ ΚΑΙ ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ

Έχυνε ο ήλιος λίγες αχτίδες,
στην ίδια γωνιά σου ολόκληρη η γη,
εκεί που λιώναν των χρόνων οι πάγοι
και σμίγαμε μόνοι και όλοι μαζί.

Πώς να σβηστεί μία άνοιξη αιώνια ;
εκείνα τα βλέμματα που αντίκριζα εγώ,
τί να μου πουν, να μου πάρουν τα χρόνια,
εκείνα μου χάρισαν το δάκρυ γλυκό…


ΜΑΤΙΑ ΨΥΧΗΣ

Ξέβαψαν κάποια τριαντάφυλλα στο βάζο.
Πάνε πολλά χρόνια τώρα.
Μα πάντα κόκκινα και ζωντανά τα βλέπω,
να μην μετρούν την ώρα.
Ο χωροχρόνος  μάταιος όταν αντικρίζουν,
τα μάτια της ψυχής που κι άβυσσο ορίζουν…


ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

Καθένας έχει τον δικό του τρόπο να βλέπει στον καθρέφτη
και το κρυφό του το παράθυρο να κλείνει όταν νιώθει.
Εδώ η ζωή σου αλλάζει τόσες φορεσιές
κι εσύ ρωτάς γιατί τα ναι μου όλα γίναν όχι.

Κι όταν μπορέσει το παράθυρο θ ανοίξει
-από μόνος-
χωρίς κουβέντες, γέλια ξένων και γιορτές.
Γιατί η ζωή για κάθε έναν χρωματίζει,
δικούς της πίνακες και κόσμους κι αντοχές…


ΣΤΙΓΜΕΣ…

Σκόρπισε ο χρόνος τη φωνή σου,
δε βρίσκει το δρόμο η ίσια στροφή,
μη με ρωτάς γιατί δεν ορίζεις,
απ τη ζωή σου ούτε στιγμή.

Θυμάμαι το γέλιο γλυκά να φωτίζει,
κι εσένα ν αγγίζεις λευκές μυγδαλιές,
κρυφά σου ταξίδια που έγιναν ήλιοι
και ζέσταναν πάλι δικές σου στιγμές…


ΟΡΑΜΑΤΑ ΝΕΚΡΑ

Άργησες να γυρίσεις κι απέραντη ερημιά,
πάγωσε τα χαμόγελα, θύμισε τα παλιά.
Μόνιμη απουσία σου έβαλε η ζωή,
αφού μακριά πορεύτηκες απ τη δική σου γη.

Άργησες να γυρίσεις κι απέραντη ερημιά,
απλώθηκε και στοίχειωσε οράματα νεκρά....
Γέμισε τότε η ματιά σου φεγγάρι αιμάτινο φωτιάς
κι έσχιζε τους ουρανούς να βρει παλάτια λησμονιάς…


Η ΑΝΟΙΞΗ

Εκείνη που άνθισε στο χρόνο μια φορά,
για σένα και για μένα όσα είδα,
τα έζησα, τα ένιωσα βαθιά,
πως γύρω τόσοι, κι εμείς οι δύο μια πυξίδα.

Μια άνοιξή σου γέρνω και γελώ,
σε κείνο το ταξίδι που χαρίζεις,
και κάθε άνοιξή μου σου αφήνω,
εσύ να την τελειώνεις και ν αρχίζεις…


ΤΑΞΙΔΙ ΜΑΚΡΙΝΟ…

Μόνος σου μιλάς πάλι με σιωπές,
κι έγειραν πάνω στην ψυχή αμέτρητες πληγές.
Ποιός ουρανός σε μάγεψε,
ποιό δειλινό πικρό κι έφυγε η φωνή σου ταξίδι μακρινό;

Μόνος σου γυρνάς σε έρημες γιορτές,
που γίναν δάκρυ, προσευχή κι ανθρώπινες φωνές.
Ποιός ουρανός σε μάγεψε ,ποιό δειλινό πικρό
κι έφυγε η φωνή σου ταξίδι μακρινό;


ΜΑΗΣ

Ορίζοντές μου φωτεινοί λευκή μου μνήμη,
που τρέχεις στο χρόνο και σμίγεις μ άλλους καιρούς,
γαλάζια, λευκά και άλικα μου φερες άνθη,
τα πλέκω στεφάνια του Μάη και τρέχω μες τους αγρούς.

Εκεί που χώμα γλυκό μου χάριζαν ίδιο,
λημέρι απάνεμο μακριά από δράκους κακούς,
στη χούφτα μου κλείνω τον Μάη και φεύγω,
μη χάσει νέο ήλιο να φέρει πίσω παλιούς…


Ο ΚΗΠΟΣ

Κοιτώ πίσω απ το τζάμι έναν κήπο,
εκείνον της παλιάς μου γειτονιάς,
να τον δροσίζω πάλι όπως τότε,
που μ άφηνε να τον ποτίσω μονομιάς.

Άσε με ν αγγίξω λίγο ήλιο,
άσε με να πιάσω λίγο φως,
βγάλε με για λίγο απ τη βροχή μου,
γίνε ο δικός μου ουρανός.


ΜΟΝΟΣ…

Ξανά ασήμωσες φτερά για να πετάξεις,
να βρεις χαμένες μουσικές, πινέλα για να βάψεις.
Όσα τους άφησες μισά, θλιμμένα μεσημέρια,
ζωγράφιζες με δάκρυα και γιασεμιά στα χέρια.

Κατέβαινες στις γειτονιές, πέτρινα σπίτια και φωνές
σου άφησε ο χρόνος.
χτύπησες πόρτες μα σιωπές, σε άφησαν χωρίς ψυχή,
να τριγυρίζεις μόνος…


ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ

Άστραφταν τα μεσημέρια, αρμένιζαν λευκά πανιά,
στα όμορφα, παλιά λημέρια κι είχες τον ήλιο αγκαλιά.
Καμιά νεφέλη δε χρωστούσε να γίνει άτολμη βροχή,
μονάχα το δικό σου γέλιο που μενε άγγιχτη ζωή.

Ήρθαν μετά όλοι οι χειμώνες, μα εσύ μια άνοιξη χλωρή,
άνθιζες πάντα στον αγέρα,  για να τρομάζεις τη σιωπή.
Άνοιγε τότε μία πόρτα και ένας ήλιος χρυσαφής,
χυνόταν πύρινος μπροστά σου, μ ένα τραγούδι της βροχής…


ΕΚΕΙΝΑ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ

Εκείνα τα χρόνια ήταν ζωή,
φωνή του ανέμου και χάδι γλυκό,
του δρόμου γαζία ευλογημένη,
που τ άνθη της έκοβα κάποτε εγώ.

Εκείνα τα χρόνια είναι ζωή.
Στο φως τους λούζονται μνήμες χλωρές,
σβήνει η δίψα τη λησμονιά της,
πίνοντας μόνη το σήμερα χθες.


ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΟΙ ΠΕΡΑΣΤΙΚΟΙ…

Ψιθύριζαν τα καλοκαίρια,
με χείλη άδολων παιδιών,
τραγούδια, όνειρα και γέλια,
δικών σου, άλλων εποχών.

Άνοιξη φύγαν, δε γυρίσαν.
Μείνανε άνθη λησμονιάς,
κίτρινα φύλλα, σκορπισμένα,
βροχή φθινόπωρου, χιονιάς.

Χθες πάλι βράδυ οι φωνές τους,
αδύναμες ήρθαν στη μνήμη.
Τις άφησε πικρές σιωπές,
του χρόνου το σκληρό αγρίμι.

Σήμερα μόνη, ανοιχτή,
μία βαθιά, γλυκιά πληγή.
Οι φίλοι οι περαστικοί,
που έγιναν απλοί γνωστοί…


Ο ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Κοίταζα χρόνια στον καθρέφτη,
το πρόσωπό σου το χλωμό,
να με ρωτά και ν απορεί,
γιατί δε βρήκε ουρανό.

Τί ν απαντήσω, πώς να αγγίξω,
ήλιους που έδυσαν μακριά,
πικρά, θλιμμένα μεσημέρια,
κρυμμένα μέσα σου βαθιά.

Μου λες πώς έσβησε ο χρόνος,
κείνα τα άνθη τα λευκά
κι έμεινε πίσω σου το φως τους,
θαμπό να σ αποχαιρετά;


ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΣΟΥ

Χρύσωνε τα σπίτια ένας ήλιος,
μ όλα τα λουλούδια ανθισμένα,
γκρέμιζε η ζωή σου φυλακές,
τότε που ήταν όλα κερδισμένα.

Πέρναγε ο καιρός με μια σιωπή,
μόνο το χαμόγελό σου, αυτό θυμάμαι,
χάδι αγέρα, ήλιος χρυσαφής
και τα δειλινά να μην γερνάνε…


ΜΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗ…

Χρόνια θυμάμαι να ευωδιάζουν
εκείνες οι γλυκές συκιές,
και τα σοκάκια ν αντηχούνε
διάφανες, παιδικές φωνές.

Κι έρχεται δίπλα σαν παιδί,
μνήμη, γλυκόπικρη, νωπή,
πως όλα γύρω σου σιγή
κι εσύ εκεί, μια μουσική…


ΑΠΕΡΑΝΤΟ ΛΕΥΚΟ...

Πάλι εκείνος ο καθρέφτης,
μπροστά σου στέκει, τον κοιτάς,
μέσα στο τζάμι του αναμνήσεις,
γίναν ταξίδια κι εσύ πας.

Άλλαξαν όλα μα η ζωή σου,
γελά στον ίδιο ουρανό.
Έμεινε πόρτα ανοιχτή,
που την έβαψε ο χρόνος με απέραντο λευκό…


ΚΕΝΤΗΜΑ ΜΝΗΜΗΣ

Σε βρήκα πάλι ξεχασμένο,
να τριγυρίζεις στα παλιά,
να σε λυτρώνουν αναμνήσεις,
από το σήμερα μακριά.

Μάτωνες όταν σε ρωτούσα,
χωρίς απάντηση καμιά.
Kλειστά τα χείλη, σφραγισμένα,
μα η ματιά σου μια φωτιά.

Ξέρω καλά τη φυλακή σου,
που σαν χειμώνας σε κρατά,
χωρίς καν σίδερα να έχει,
μονάχα μνήμη που κεντά…


ΑΛΛΟΙ ΚΑΙΡΟΙ

Γυρνούσα χρόνια σ άδειους δρόμους,
γύρευα ανθρώπινες μορφές,
μια αγκαλιά ζεστή δική σου,
που έκρυβε παλιές γιορτές.

Πώς να ξεχάσω αυτό σου το βλέμμα,
που κλεινε μέσα του ήλιους ζεστούς,
πόσο θα ήθελα κι έναν για μένα,
να με γυρίσει σ άλλους καιρούς…


Η ΚΟΡΝΙΖΑ

Ξεκινήσαμε κι αντέγραφαν τα μεσημέρια,
παλιά τους χαμόγελα χωρίς ένα ψέμα.
Κάπου ανταμώσαμε στο ξίφος του χρόνου,
κι η κόψη του κέντρισμα, δάκρυ στο βλέμμα.
Γνωστές φιγούρες που γελούσαν, έγιναν άνεμος κρυφά
και χύθηκαν ζωής ταξίδια, σε μια κορνίζα σου παλιά…


ΓΙΑ ΣΕΝΑ…

Ένιωθα χρόνια τη μορφή σου,
πίσω από φώτα και γιορτές,
σαν μελωδία μαγεμένη,
που ξόρκιζε πικρές σιωπές.

Άνοιγε τότε η αγκαλιά σου,
ήλιος στεγνός από βροχές,
κι όλο τον κόσμο μου τραγούδι,
σιγοψιθύριζες σαν χθες…


ΓΥΑΛΙ…

Όταν χαμήλωσε η φωνή,
στις αναμνήσεις που ξυπνούσε,
ύγραιναν τα μάτια σου βροχή,
σαν το μικρό παιδί που καρτερούσε.

Μαζί θυμάμαι μια φωτογραφία,
αγγίζαμε στου χρόνου την αχλή,
σιωπούσες πάντα όταν σε ρωτούσα
κι η μνήμη χάραζε, γυαλί…


ΑΧΛΥΣ…

Αήττητη, χαμένη,
χωρίς φωνή μιλά,
για λέξεις, για σιωπές, για χρέη ανοιχτά.
Φιγούρα φοβισμένη,
γενναία σαν παιδί,
άλυτο το αίνιγμα της μνήμης,
σου άφησε για λύση την αχλύ…


Η ΦΤΩΧΗ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ

Έγερνε χρόνια η μορφή σου,
σε μια ανηφόρα μα εσύ τη γελούσες.
Σκαμμένο μου πρόσωπο,
ποτέ δε μαράθηκαν τα άνθη που σκόρπιζες
εκεί που περνούσες…

Το ίδιο καρότσι βαστούσες πάντα,
που μ έλουζε μύρο μετά τη βροχή.
Ποτέ δε σε ρώτησα πώς τ ανεχόσουν
φτωχή μου βασίλισσα να στέκεσαι κει;


ΜΥΡΩΜΕΝΗ ΜΝΗΜΗ

Έτρεχαν θυμάμαι απ τα μάτια εκείνα,
του κόσμου οι βρύσες χωρίς τελειωμό,
στη θέα της μνήμης να σε λυτρώνει,
χαρά μυρωμένη με βλέμμα γλυκό.

Κι άνθιζες όλος από το φως της,
γινόσουν πάλι μικρό παιδί,
ό,τι ήταν ξένο μπροστά της χανόταν,
κι ό,τι δικό σου έλαμπε κει….


ΜΑΚΡΙΑ ΣΟΥ…

Ταξίδι ανέσπερο η ματιά σου,
έτρεχε σ άδειες γειτονιές,
έψαχνε βλέμματα, φιγούρες,
χρώματα, γέλια, ευωδιές.

Μακριά σου πώς περνούν οι μέρες,
έφεραν πέτρινες αυλές,
παιδιά που παίζουν μες τη στάχτη
κι εσύ μιλάς μόνο για χθες.

Για μια στιγμή σ είδα απ το τζάμι,
χαμογελούσες πιο πικρά,
δε βρήκες κάτι να μου πεις
κι όλα ξανάγιναν μικρά…


Η ΓΕΙΤΟΝΙΑ

Περνούσε όλη η γειτονιά,
από τη μνήμη αυλακιά,
μία απέραντη αγκαλιά.
Μάτωναν τότε οι ουρανοί,
γιατί δε μείναν ζωντανοί,
αυτοί που σ είχαν ντύσει…
να τους κοιτάξεις μια φορά,
να τους κρατήσεις πιο σφιχτά,
μη γίνει ο ήλιος δύση…


ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΟΣ ΡΟΛΟΣ

Ξεθώριαζε μια φωτογραφία,
σε μία σάλα ξεχασμένη,
υγρά τα μάτια τη βαστούσαν,
και ταξιδεύαν σ άλλα μέρη.

Κρύα κορνίζα γύρω ασημένια,
μέσα τον ήλιο έκλεινε όλο,
άγγιγμα, χάδι, χαμόγελο, ομίχλη,
έπαιζαν πάλι γλυκόπικρο ρόλο…


ΒΟΥΒΟ ΜΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟ…

Βουβό μου πρόσωπο, θλιμμένο,
τόσο δικό μου, τιμημένο,
κρυφά απ τη ζωή γελούσες,
για έναν Μάρτη μαραμένο.

Βουβό μου πρόσωπο, σκυμμένο,
από χειμώνες χτυπημένο,
τράβα τις βρόχινες κουρτίνες,
να γίνω ήλιος σου, να μπαίνω…


ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΗ

Έλουζαν οι αχτίδες τα σοκάκια,
σκόρπιζαν στον άνεμο οι φωνές,
γέλαγες και συ πίσω απ το τζάμι,
ξόρκιζες παλιές, πικρές σιωπές.

Ίδια πάντα μένεις μες τη μνήμη,
όμορφη, γαλάζια, ακριβή.
Άνοιξη αιώνια αγαπημένη,
δε γνώρισες ποτέ σου φυλακή.


ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΣΟΥ

Κοντά είναι πάντα η στιγμή,
αγέρι, δάκρυ, προσευχή,
να ξέρεις, μη λυγίσεις.
Εκείνο το παλιό το κάστρο μόνο στέκει,
που πρέπει να κερδίσεις.
Μη φοβηθείς ποτέ ν ανέβεις
τα πέτρινα, σκληρά σκαλιά του.
Από ψηλά απλώνει η θέα, η μόνη συντροφιά του…


ΤΑΞΙΔΙΑ…

Για κάθε άνοιξη που άργησες να φέρεις,
με τόσα χρώματα και μ άφησες στα ίδια.
Άσε ν ανοίξω πάλι την πόρτα της ζωής,
κι όλα τ αντίο σου να γίνουνε ταξίδια…


ΛΕΙΠΕΙΣ…

Ανοίγει μια πόρτα.
Απλώνει η σιωπή.
Όλοι είναι μέσα.
Λείπεις εσύ.

Ψίθυροι μείναν,
τα λόγια σου πάνε.
Χωρίς μια φωνή,
μακριά σου γερνάνε…


Η ΓΑΖΙΑ

Μόνες στα χρόνια αυλές ερημωμένες.
Γεμάτες όλο ζωή λουλούδια τότε.
Χαμόγελα που έσβησαν, όπως μαραθήκατε κι εσείς.
Τότε που κόπηκε η Γαζία, πότε ήταν άραγε; Το άρωμά της έπαψε να υπάρχει.
Κι ένα ένα τα λουλούδια όλα εξαφανίστηκαν.
Αναγκαστικά.
Ορτανσίες, γαρδένιες, κοράλλια, σκουλαρίκια της βασίλισσας, νυχτολούλουδα, φρέζες, δειλινά, αγριολούλουδα και η Γαζία.
Τί έμεινε στο πέρασμα του χρόνου;

Και μετά βλέπω εσένα. Να κοιτάζεις μελαγχολικά
τη νεκρή αυλή κι όμως να μη λυπάσαι κατά βάθος, γιατί
πιο ζωντανή, πιο πολύχρωμη, πιο ευωδιαστή έμεινε μέσα σου.
Πώς να λησμονηθεί τόση ομορφιά από έναν χωροχρόνο;
Πώς να νικήσουν όρια, σύνορα, περιορισμοί,
Πώς να εξηγήσει κανείς αυτό που νιώθει,
όταν όλα αυτά που βλέπει, όλα, είσαι εσύ;