Πρώτο Μέρος


ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ

Κράτα σφιχτά τις αχτίδες εκείνες,
και μη μου φοβάσαι χλωμούς ουρανούς,
εκεί που ανήκεις πάντα θα είσαι,
τα λόγια του αγέρα πάλι ν ακούς.

Κι όταν γυρίσουν και κάτσουν κοντά σου,
τα πρόσωπά τους θ αγγίξεις ξανά,
κι όλα τα ξένα θα γίνουν δικά σου,
με σύνορα ανύπαρκτα και χέρια ζεστά...


ΤΑ ΑΧΤΙΣΤΑ

Εκείνα τα πρώτα, τα άχτιστα,
με τα φώτα όλα αναμμένα,
αλώβητα στο πέρασμα του χρόνου,
άφησαν τα ξένα να είναι πάντα ξένα.

Ελεύθερα αγγίζουν το πρόσωπό σου,
χωρίς φρουρούς, των χρόνων φυλακές,
χωρίς τα σιδερένια τους κλειδιά
και τους κομπάρσους να μοιράζουνε ευχές…


ΤΟ ΘΑΥΜΑ

Ξεμάκραιναν χωρίς κουβέντα δύο φιγούρες βιαστικές,
μέσα στο πλήθος που θυμόταν παλιές του πίκρες και γιορτές.
Η μία ήλιος πυρωμένος σαν οπτασία απ τα παλιά
κι η άλλη αγέρας παγωμένος που δε γνωρίζει το χιονιά.
Ήρθαν και χύθηκαν παρέα,σε δρόμους, σπίτια και αυλές
κι από τις πέτρες βγήκαν άνθη κι από τους άλαλους φωνές…


ΑΝΑΔΡΟΜΗ

Τα κάστρα σου θα τα γκρεμίσω όλα.
Τίποτα ανοίκειο να μη μείνει.
Σαν ήλιος που δεν ξέρει χωροχρόνο
και ίδιο φως παντοτινά θα χύνει.

Τα κάστρα σου θα τα γκρεμίσω όλα.
Θυμάσαι τότε πώς ήμασταν παλιά ;
χωρίς τους ρόλους και άθλιες παραστάσεις,
με μόνα όπλα ροδιές και γιασεμιά…


ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ

Είχε λουσμένους φως λευκούς ιάσμους,
στεφάνι πικρό που το φορούσε,
των χρόνων δίκαζε τα έργα,
μα σαν παιδί τα συγχωρούσε.

Είχε λουσμένους φως λευκούς ιάσμους,
στεφάνι λευκό που το φορούσε,
των χρόνων δίκασε τα έργα,
να μην τα δει, αλλού κοιτούσε…


ΦΩΝΗ ΚΑΙΡΟΥ

Αυτοεξόριστα λόγια οδεύουν σε σιγή,
χάνονται μες τη λήθη, κίβδηλα, κατηφή.
Bγαίνει φωνή καιρού απ το γερμένο σώμα
κι ανθίζουν γιασεμιά στο κουρασμένο χώμα…


ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Αθάνατη μορφή, χλωμή, κοιτάς από ψηλά,
άυλα υφαίνεις του ανέμου τα φτερά.
Μοιάζεις χαμόγελο πικρό, σε πρόσωπο πληγή,
φωνή σου η ψυχή του βιάζει τη σιωπή.

Ρέουν στο αίμα πικρά, χρόνια ξεχασμένα,
όσα του κέρασαν κρυφά, όλα προδομένα.
Στο βλέμμα μόνο ολόφωτες της νίκης οι γιορτές,
αρνήθηκαν να ηττηθούν σε μνήμες αλγεινές.

Δεν έζησες σε λήθαργο, σε δύση σκυθρωπή.
Ο ήλιος και ο ίσκιος σου αιώνιοι αρχηγοί,
που έσβηνε στο γέλιο τους το ψέμα  ο εχθρός,
το έρεβός σου αθέλητα, θα μένει πάντα φως.


ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΣ

Ατένιζαν πικρή ομίχλη, τα μάτια έβλεπαν τυφλά,
σ όσα σου έγραφαν εκείνοι στα γράμματά τους τα παλιά.
Πνιγμένα σκόνη σε συρτάρια που άνοιγαν μόνο μια φορά,
όταν πλησίαζε η ώρα να τους ζητήσεις δανεικά.
Σκίζεις το γράμμα, δε διαβάζεις, γύρω η αλήθεια πνίγει, τρομάζεις.
δε βλέπει ο ρόλος πια μπροστά, ελεύθερος αιχμάλωτος κρυφά και φανερά…


ΣΚΟΥΡΙΑ

Ορκιζόταν ότι βλέπει
ήλιου φως και ουρανό.
Μα το βλέμμα χαμηλό.
μια σημαία αργοπεθαίνει,
κυματίζει μαρασμό.

Ορκιζόταν ότι νιώθει.
Δε γυρίζει τη ματιά.
Μα το βλέμμα χαμηλά.
Μία ρωγμή μες τον καθρέφτη,
την αλήθεια ξεγελά.

Μένει τώρα να θυμάται,
άνευρος, κατηφής,
απ το χρυσό μπαλκόνι του,
που σκούριασε νωρίς…


ΤΟ ΧΡΕΟΣ

Πίσω από ένα τζάμι θολό,
μοιάζει ολόκληρο μα μένει μισό,
το έργο που διάλεξες χωρίς θεατές,
χρωστάει στο σήμερα, πληρώνει το χθες.
Άδεια η βιτρίνα κι η μνήμη γυαλί
ποτάμι σου η άρνηση, χωρίς επιστροφή…


ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Σιωπηλά και ήρεμα,
έριχνες το βλέμμα,
σε ήλιους άλλων χρόνων,
που σκούριαζαν το στέμμα.

Στεφάνωναν το πρόσωπό σου,
όλα τα άνθη λευτεριάς
κι άνθιζαν στο χαμόγελό σου
που δεν το άγγιζε ο χιονιάς.

Μία θάλασσα απλωνόταν,
κάτω, πιο πέρα, μακριά…
και στο γαλάζιο βλέμμα σου,
αντάμωναν λευκά πανιά…


Η ΒΙΤΡΙΝΑ

Παίρνω μπογιά και ζωγραφίζω,
με άσπρο χρώμα μια φυλακή,
εκείνη που έφτιαξαν εγώ τη γκρεμίζω,
χαμόγελα ντύνω ζεστά την ψυχή.

Βιτρίνα που έστεκες αγέρωχα, ψεύτρα,
γεμάτη στολίδια για χρόνια πολλά.
Σπασμένη σε βλέπω χωρίς να δακρύζω,
χαμένη σε νιώθω και γύρω γυαλιά…


ΤΑ ΚΡΙΝΑ

Τραγούδια χύθηκαν στους δρόμους,
που άφησες έρημους εσύ,
τα κρίνα εκείνα τα βρεγμένα,
και δεν περίμεναν στιγμή.

Πίσω ο χρόνος πια δε γυρίζει,
κάθε τους βήμα ίδιο η ζωή.
Tο γκρίζο παλάτι σου τώρα γκρεμίζουν
και φτιάχνουν αυλές με λουλούδια μαζί.


Η ΓΙΟΡΤΗ

Κρεμόταν ένα γέλιο,
σε πρόσωπο σκαμμένο,
γύρευε την αλήθεια,
σε γρίφο πια λυμένο.

Κανείς δεν το νοιαζόταν,
του χάριζαν σιωπή,
ρωτούσε πάντα λίγα,
χωρίς πολλά γιατί.

Κι όταν ξαναθυμόταν
το γέλιο, τη χαρά του,
το διέταζαν τη λήθη
να έχει συντροφιά του.

Ώσπου μια μέρα γύρισε
το βλέμμα του στον ήλιο
και ξαναβρήκε τη γιορτή,
παλιό, πιστό του φίλο…


ΚΙ ΑΣ ΞΕΧΝΑΣ…

Ένα παράθυρο κλειστό,
που χρόνια δεν ανοίγει,
εσύ το βλέπεις ανοιχτό,
κι η προθεσμία λήγει.

Γέλια, φωνές, ελπίδες άσπρες,
ζουμπούλια και λουλουδιασμένες γλάστρες,
πες μου αλήθεια τι κοιτάς,
αφού παράθυρο κλειστό,
έμενε πάντα κι ας ξεχνάς…


Η ΝΙΚΗ

Να επιστρέψει ειν αργά.
Σε έρημο βαδίζει.
Κραυγή που τη σιωπή σκορπά,
πολεμιστή θυμίζει.

Αγώνας άνισος, σκληρός,
με νίκη θα τελειώσει.
Ποτέ της δε φοβήθηκε,
δεν έχει μετανιώσει.

Αυτά που της ανήκουνε,
τα πήρε πίσω πάλι.
Η νίκη τώρα της γελά,
περίλαμπρη, μεγάλη…


ΑΜΙΛΗΤΟΣ…

Ήρθε μια νύχτα και πήρε τον ήλιο,
εκείνη η φιγούρα δεν βάζει φτερά.
Διατάζει, μιλάει χωρίς τη φωνή σου,
και συ την κοιτάζεις με μάτια θολά.

Τζάμι βιτρίνας σωπαίνουν τα χρόνια.
Κανείς δεν τραβάει κουρτίνες παλιές.
Δράκοι και μύθοι, χλωμοί βασιλιάδες,
χλευάζουν το γέλιο που άστραφτε χθες.

Πώς τη μπορείς τόση σιωπή;
παγώνεις το φως μου με τόση σκιά.
Αμίλητος στέκεις, αργά προχωράς,
κι αγγίζεις το τζάμι χωρίς μια γροθιά…


ΑΓΩΝΑΣ

Λευκά πρωινά που αστράφτατε ήλιο,
χρυσίζατε γέλια σε αυλές γιορτινές,
κι όλοι οι χειμώνες κοντά σας λυγίζαν,
λιώνατε πάγους με αχτίδες ζεστές.

Παιδιά ανθισμένα που τρέχαν γελώντας,
στο φως σας μεθούσαν με σύνθημα ένα .
Καμιά φυλακή δεν αντέχει στο χρόνο,
αγώνας για κείνους που έχυσαν αίμα.


ΦΙΓΟΥΡΑ ΑΙΩΝΙΑ

Μορφή που έδυσες σε όλβιο φως,
το βλέμμα σου άδηλο, θαμπός ουρανός.
Δικάζεται άυλο σε όρκους πικρούς,
γυρεύει αλήθειες σε λόγους νεκρούς.

Δακρύζεις, σωπαίνεις φιγούρα αιώνια,
θλιμμένη γυρνάς σ εφήμερα χρόνια.
Χαμόγελο βρίσκεις για όσους τολμούν,
να βρουν τη φωνή τους, τα λάθη να δουν.


ΧΑΡΤΙΝΟΙ ΗΛΙΟΙ

Ότι θυμάμαι απ τις μέρες εκείνες,
που σου χανε ταξει ήλιους χρυσούς,
έγινε φως και αγέρας και μνήμη
και χάραξαν ρότα γι άλλους καιρούς.

Τους ήλιους σου τους χάρτινους,
έπαψες πια ν αναζητάς.
κι εγώ κοντά σου και μακριά,
μετά από πολύ καιρό
σε είδα πάλι να γελάς…


ΗΧΩ ΣΙΩΠΗΣ …

Λευκό κοιτούσα κάποτε ανέσπερο το φως της,
άστραφτε κάθε μεσημέρι αγέραστη ζωή,
αντίκρυ απ τη δική μου, δεν έμαθα από αυτήν
να γίνομαι χειμώνας σε μαραμένη αυλή.
Τα λόγια σου θυμόμουν, μα άλλο πια μη μου μιλάς,
έγιναν φωνές οι μέρες κι εσύ ηχώς τους να σιωπάς…


ΔΕΝ ΦΟΒΑΤΑΙ

Γυρίζει και κοιτά,
μακριά του και κοντά,
το φως μέσα στη νύχτα,
που άπλετο ξαγρυπνά.

Και δε φοβάται,
τα λόγια που βροχή,
δε βλάστησαν σαν παραμύθια
κι εκείνη τη φωνή σιωπής,
να μην του λέει πια αλήθεια…


ΕΡΗΜΩΜΕΝΟΙ ΘΡΟΝΟΙ

Όσα απέμειναν απ τη νεκρή σκηνή,
τα σκόρπισε η λήθη μακριά κάποιο πρωί.
Χωρίς να καταλάβεις, χωρίς να σου το πουν,
μπροστά σου ξεμακραίνουν, σου γνέφουν πριν χαθούν.
Μια φράση ψιθυρίζουν, αέναη στους χρόνους,
που πέρασαν κι αντίκρισαν ερημωμένους θρόνους…


ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΑΓΕΡΑ

Δεν ήταν απ τα χρόνια εκείνα
που χε ανθίσει μια ροδιά,
κι άλικα σου χε αφήσει άνθη,
για να της πλέξεις τα μαλλιά.

Γίνανε χρόνια του αγέρα,
της προσμονής σου πορφυρά,
με μια αφή χλωμή δική σου,
ν αγγίζει κόντρα στο βοριά.


ΜΗ ΦΟΒΑΣΑΙ

Χώρεσαν σύννεφα σε κείνο το γαλάζιο.
Στάλαξαν γκρίζο σε κείνη την πηγή.
Κανένας άθλος πια δε σε εμπνέει,
χαράζει τη σκέψη σου πάλι ένα γυαλί…

Μα μη φοβάσαι εσύ πολιορκητές.

Όλα τα τείχη τους θα πέσουν,
ανίσχυρα, σε μια στιγμή.
Κι η άνοιξη θα ναι του Απρίλη,
των νιάτων σου ανταμοιβή…