ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ Ο ΗΡΩΑΣ ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΔΗΣ ΑΠΑΓΧΟΝΙΖΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΓΓΛΟΥΣ ΔΥΝΑΣΤΕΣ...

 



Εννέα δευτερόλεπτα μέχρι τον θάνατο. Τόσος χρόνος χρειάστηκε μέχρι να ξεψυχήσει στην αγχόνη ο ηρωικός Ευαγόρας Παλληκαρίδης. Το κυνικό ντοκουμέντο του άγγλου δημίου... 

 

Ο 18χρονος ήρωας από την Τσάδα γεννήθηκε στις 27 Φεβρουαρίου 1938 στην Κύπρο. Ο γενναίος αυτός πατριώτης, σύμφωνα με τις σημειώσεις που κρατούσε ο διαβόητος δήμιος της βρετανικής αποικιοκρατίας, Harry Allen, κατά τη διάρκεια των απαγχονισμών των ηρώων της ΕΟΚΑ, ξεψύχησε ηρωικά 9 δευτερόλεπτα μετά από τη στιγμή που άνοιξε η ξύλινη καταπακτή της αγχόνης. Ο Άλλεν είχε κρατήσει «ενθύμιο» της αιματοβαμμένης θητείας του στις φυλακές Λευκωσίας.

 

Ο δήμιος συνέδεσε το όνομά του με τους απαγχονισμούς εννέα πατριωτών που οδηγήθηκαν στον θάνατο για τη συμμετοχή τους στην ΕΟΚΑ, η οποία τη δεκαετία του ΄50 ανέλαβε ένοπλη δράση για την αποτίναξη της βρετανικής κατοχής στο νησί και την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Ο Παλληκαρίδης ήταν ο νεότερος από τους εκτελεσθέντες και η θυσία του συγκίνησε το πανελλήνιο. 

Πιάστηκε να μεταφέρει οπλοπολυβόλο μπρεν και τρεις γεμιστήρες στη Λευκωσία. Στη δίκη του τον ρώτησε ο δικαστής: «Έχεις να είπης τι, διατί να μην σου επιβληθεί ποινή;». Παραδέχτηκε την ενοχή του και είπε: «Γνωρίζω ότι θα με κρεμάσετε. Ό,τι έκαμα, το έκαμα ως Έλλην Κύπριος, όστις ζητεί την Ελευθερίαν του. Τίποτα άλλο.»

Στο τελευταίο γράμμα του έγραψε: «Θ’ ακολουθήσω με θάρρος τη μοίρα μου. Ίσως αυτό να’ ναι το τελευταίο μου γράμμα. Μα πάλι δεν πειράζει. Δεν λυπάμαι για τίποτα. Ας χάσω το κάθε τι. Μια φορά κανείς πεθαίνει. Θα βαδίσω χαρούμενος στην τελευταία μου κατοικία. Τι σήμερα, τι αύριο; Όλοι πεθαίνουν μια μέρα. Είναι καλό πράγμα να πεθαίνει κανείς για την Ελλάδα. Ώρα 7:30. Η πιο όμορφη μέρα της ζωής μου. Η πιο όμορφη ώρα. Μη ρωτάτε γιατί»...

Η μαρτυρία του ιερέα των φυλακών... 

Όσα διαδραματίστηκαν εκείνο το βράδυ, τα περιγράφει ο ίδιος ο Παπάντωνης μέσα στο βιβλίο του, «Πώς έζησα το δράμα των Απαγχονισθέντων»:

Τό απόγευμα τής 13ης Μαρτίου ό διοργανωτής των εκτελέσεων κ. Λκκερ μέ ενημέρωσε περί τής εκτελέσεως τού Παλληκαρίδη και ότι έπρεπε ώς συνήθως νά παραμείνω στάς Φύλακας.

Εζήτησα νά μείνω στο σπίτι μου και νά μεταφερθώ εις τάς Φύλακας ολίγον προ τής εκτελέσεως και εδέχθησαν μέ τήν ύπόσχεσιν διότι πράγματι θά εύρισκόμην στο σπίτι, γιατί όπως αντελήφθην ενόμιζαν πώς θά τούς γελούσα.

Εκανονίσαμεν ή ώρα 10 μ.μ. νά ρθούν νά μέ πάρουν, όπως και έγινε. Μόλις έφθασα στάς Φύλακας, ώδηγήθην πλησίον τού Παλληκαρίδη διά νά τού μεταδώσω τήν Θείαν Κοινωνίαν. Τον βρήκα απολύτως ήρεμον χωρίς την παραμικράν έκδήλωσιν ταραχής ή λιποψυχίας.

Τά λόγια του εις τήν συνομιλίαν μας ήσαν κοφτά και μετρημένα. Έκάθητο εις τό κρεββάτι του, πού έψαυε σχεδόν τό δάπεδον του κελλιού, και έγώ λίγον υψηλότερα σ’ ένα σκαμνί. 

Τον είχαν στο κελλί τού Ανδρέα Δημητρίου, και στο άλλο τού Καραολή είχαν τον Μαϊμάρη, πού τον κατεδίκασαν γιά φόνο. Δύο είναι τά κελλιά τών μελλοθανάτων πλησίον τής αγχόνης, και γι’ αυτό τούς δύο πρώτους τούς είχαν σ’ αυτά τά κελλιά πού είναι πολύ πληκτικά, όπως και τώρα τούς δύο αυτούς, μέ τήν διαφοράν ότι τώρα μόνον ό ένας μέ ενδιέφερε εθνικά.... 

Όταν συνελήφθη μέσα στο δάσος μέ ένα όπλο, πού δέν μπορούσε νά χρησιμοποιηθή, ήτο νύχτα, και οί σύντροφοί του έτρεξαν και έφυγαν, και δέν συνελήφθησαν. Αυτός όμως δέν έτρεξε να φύγη. Και περίεργος γι’ αυτό τού υποβάλλω τήν έρώτησιν.... 

– Γιατί δέν έτρεξες νά φύγης και σύ όπως έκαμαν οί άλλοι;... 

Έσήκωσε τό πρόσωπόν του και μέ είδε στά μάτια, γιατί ήτο σκυφτός, και μέ έλαφρόν μειδίαμα μού λέγει.

-Τούς επήρα γιά δειλούς, όταν τους είδα νά τρέχουν

Επικρατεί σιωπή. Και πάλιν ερωτώ.  

-Έχεις τίποτε νά μού πής, παιδί μου ;

– Μετανοιώνω γιά κείνο πού έκαμα και άν ζούσα δέν θά το ξανάκαμνα 

Δέν εννοούσε τό ότι έλαβε μέρος στον αγώνα αλλά άλλο πράγμα, τής ψυχής.... 

Τού υπέδειξα, άν ήθελε νά αφήσει τον Σταυρόν του νά τον έχωμεν ώς ένθύμιον, άλλά μου λέγει: Όχι πάτερ, θέλω νά τον πάρω μαζί μου.

Λυπήθηκα, πού δέν σκέφθηκα νά πάρω άλλον μαζί μου και να τον κρατούσα ώς ιερόν κειμήλιον όπως έκαμα στους τρεις προηγουμένους. Μετά τήν εκτέλεση τον έφερε στο λαιμό του.

Τού συνέστησα νά έχη θάρρος μέχρι τέλους και νά μήν άφήση τήν εντύπωση στους άγγλους δημίους ότι έδειλίασε.

– Έχω θάρρος, μού λέγει, και δέν θά δειλιάσω, εύχομαι δέ να είμαι ό τελευταίος.

Τά τελευταία του λόγια ήσαν: 

Τούς χαιρετισμούς μου εις όλους, και εύχομαι σύντομα τήν έλευθερίαν τής Κύπρου

Τού μετέδωσα τέλος τήν Θείαν Κοινωνίαν. Και αφού τον εφίλησα, τον απεχαιρέτισα μέ τάς λέξεις, θάρρος, και νά μήν χάνης τάς ελπίδας σου.

Κάποια έλπίς διασώσεώς του υπήρχε μέχρι τής τελευταίας στιγμής, ήτοι τής ενδέκατης και μισής, πού έξετελέσθη.

Ο Μαϊμάρης όταν μέ είδε νά φεύγω άπό τό διπλανό κελλί, έφώναζε και έκλαιε και έτάρασσε τήν γαλήνη και τήν σιγήν τής νύχτας γύρω από τήν αγχόνην. 

Σημ. Η αρχική φωτογραφία που δημοσιεύουμε ανέβηκε στο διαδίκτυο με τη λεζάντα «Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης στις τελευταίες του στιγμές»...

Προέρχεται όμως από ντοκιμαντέρ αφιερωμένο στη ζωή και τη θυσία των αγωνιστών της ΕΟΚΑ. 

Μπορεί να μην είναι αυθεντική, αλλά αναπαριστά με ακρίβεια τις τελευταίες ώρες του μελλοθάνατου που εξομολογείται στον ιερέα Παπάντωνη Ερωτοκρίτου, λίγο πριν από τον απαγχονισμό.... 

ΠΗΓΗ: mixanitouxronou.gr 

ΜΟΝΟ ΜΕ ΤΟ ΕΜΠΡΑΚΤΟ «ΟΧΙ» ΜΑΣ, ΤΙΜΑΤΑΙ Η ΜΝΗΜΗ ΣΥΝΑΓΩΝΙΣΤΩΝ…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κάθε φορά που φεύγει από αυτή τη ζωή ένας γνήσιος, σπουδαίος
συναγωνιστής που τίμησε με την έμπρακτη Αντίστασή του την Ελλάδα
και την Κύπρο μας, όποιος τον γνώριζε προσωπικά ή μέσα από τους
αγώνες του, γράφει κάποιο κείμενο για να τιμήσει τη μνήμη του.

Είναι σεβαστό και δίκαιο να αναφέρεται εκτενώς κανείς στη μνήμη
κάποιου συναγωνιστή, μόνο όταν ακολουθεί εμπράκτως τον αγωνιστικό
τρόπο ζωής του και μιμείται το λαμπρό παράδειγμα Αντίστασης που
εκείνος άφησε πίσω του ή τουλάχιστον προσπαθεί να το ακολουθήσει,
δίνοντας έτσι και το σωστό παράδειγμα στους νεότερους.

Τα τελευταία χρόνια δυστυχώς, πολλοί φιλοδιζωνικοί με «βιτρίνα»
πατριώτη, γράφουν...με πόνο ψυχής, βαθιά συγκίνηση και
βαρύγδουπα λόγια για συναγωνιστές μας που αφού έφυγαν από αυτή
τη ζωή, όχι μόνο δεν μιμήθηκαν τις αρχές, τις αξίες και τα ιδανικά τους,
αλλά με μια...απίστευτη αλαζονεία και υποκρισία, έκαναν ακριβώς το
αντίθετο από αυτό που εκείνοι πρέσβευαν μέχρι και το τελευταίο
δευτερόλεπτο της ζωής τους...

Το μεγάλο πρόβλημα είναι ότι οι αείμνηστοι αγωνιστές δεν βρίσκονται
πια σε αυτή τη ζωή και η αναγκαστική σιωπή τους γίνεται δυστυχώς
αντικείμενο εκμετάλλευσης από πάσης φύσεως διζωνικούς που θέλουν
να…ξεπλύνουν φιλοδιζωνικές αμαρτίες του παρελθόντος,
γράφοντας…τιμητικά κείμενα για εκείνους!

Φτάνει πια με αυτή την απύθμενη υποκρισία: σας βλέπουν από εκεί
ψηλά που είναι τώρα και ξέρουν! δεν τιμάται η μνήμη των σπουδαίων
συναγωνιστών με πληθώρα, τυπικών, θεωρητικών κειμένων και
βαρύγδουπων εκφράσεων, που εκείνοι συνειδητά απέφευγαν από
σεμνότητα, χωρίς να αποτελούν φάρο της ζωή σας, μόνο τα τρία
γράμματα της γνήσιας Αντίστασης που τους ακολουθούσε πιστά σε όλη
τους τη ζωή: το ΟΧΙ!!!

Αυτό ζήτησαν τότε από εσάς και αυτό θα ζητά παντοτινά η μνήμη τους:
να αγωνίζεστε έντιμα, ακάθεκτα και αθόρυβα, όπως έκαναν τότε κι
εκείνοι, χωρίς καμία υποχώρηση, ταλάντευση και εύκολη παράδοση -
με πολλές προπαγανδιστικές «δικαιολογίες» - του αντιδιζωνικού αγώνα
μας…

Και ο νοών, νοείτω!
Σοφία Παπανικολάου





 ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΕΧΟΜΕΝΗ ΚΥΠΡΟ

Βασιλική μου ομορφιά
και ακριβή μου μνήμη…
που’θελες άνθη λευτεριάς
κι όχι σκλαβιάς αγρίμι…

Σου έχτισαν μια φυλακή,
συρματόπλεκτη, σκαιή…
Κι από παράθυρο μικρό,
κρυφοκοιτάς πια τη ζωή…

Λυπημένη μου γη,
μαραμένο μου άνθος…
Γκρίζα πλέγματα γύρω
κι η σκιά σου στο βάθος…

Πόσα χρόνια σου έκλεψαν
κι η ζωή στεναγμός…
Πόσα χρόνια, μα ξέρεις…
θα ’ρθει ο λυτρωμός…

Πολιτεία του διωγμού,
του μύρου και του στεναγμού…
Αλαργινό μου χελιδόνι,
του άδικου κατατρεγμού…

Τον ήλιο σου τον καθαρό,
πλέγματα τον σκιάσαν
κι οι δρόμοι σου αδειάσαν,
ζητώντας ουρανό…

Τα σπίτια σου τα όμορφα,
ερήμωσαν και σιώπησαν…
τα γέλια των παιδιών με τη σιγή “συμφώνησαν”
αφού σκιές εχθρών παράνομα αλώνιζαν…

Τα πρόσωπά τους σκυθρωπά,
στα πλέγματα αντικριστά…
μα η ψυχή γερή στεριά,
μιλάει με τη λευτεριά…

Νιώθω τα χρόνια σου βαριά,
να καρτερούν την ξαστεριά…
και των ηρώων τη ματιά,
να βγάζει αίμα και φωτιά…

Να ξέρεις πως το άδικο,
ποτέ του δε γλυτώνει…
Το ίδιο κι οι εχθροί σου,
της ήττας τους τη σκόνη…

Λυπημένη μου πόλη,
σιωπηλή, εαρινή…
Πώς σε μοίρασαν οι λύκοι,
“κοντινή” και “μακρινή”…

Το τραγούδι της αλήθειας,
ψιθυρίζεις κάθε αυγή…
Και οι νότες του βουρκώνουν,
μελωδία μου μισή…

Ευωδιάζουν με μύρο
και λιβάνι τα μέρη…
η λαχτάρα, το δίκιο σου,
μια φωτιά και μαχαίρι…

Πάγωσ’ ο αγέρας τη ζωή,
το δίκιο σου μοιρολογεί…
Μα παίρνει ήλιο και σπαθί
και “τους” μεριάζει με κεντρί…

Μονάχα η μνήμη να θωρεί,
με τα μάτια της ψυχής…
Με το μαντήλι της σκουπίζει,
το δάκρυ της υπομονής…

Γλυκοχάραζε η “μέρα”
κι όλη γιόρταζες χρυσή…
Γη ηρώων δοξασμένη,
αρχοντιά καρτερική…

Πώς να σιωπήσει η ελπίδα,
που λεύθερη πάντα τριγυρνά;
Του μόχθου και του λίβα ανδρειωμένη,
μ’ ολόφωτη, λεόντεια θωριά…

Ηλιόχαρη αρχόντισσα,
μ’ άρωμα πασχαλιάς…
Πρωτοφοράς τ’ αρίφνητα,
άνθη της λευτεριάς…

Απ’ τα ψηλά σου γνέφει,
με βλέμμα μητρικό, αρχοντικό…
Ολόχρυση και Άυλη σε ραίνει,
το μέρος χαιρετά δοξαστικό…

Λαμπροφορεί αγέρωχη,
η κάθε γειτονιά σου…
άγρυπνη και αδούλωτη,
ψάχνει τη συντροφιά σου…

Αλαφιασμένο μου όνειρο,
που ζεις, φτεροκοπάς…
Πολύδροσο ξεχύνεσαι
και πάντα καρτεράς…

Η μπόρα παραμόνευε
στην κάθε σου γωνιά…
Μα εσύ μ’ άνθη την έρραινες
και μύρων αρχοντιά…

Ροδαυγή είσαι, δόξα,
φέγγους ο Ελληνισμός…
Ύμνος κλέους που προστάζει
να πηγαίνεις πάντα εμπρός…

Πατρίδα μου αθάνατη,
δεν έχει λησμονήσει…
Στον κόρφο της η λευτεριά
γλυκά θα σ’ αναστήσει…

Δεν σε χωρούν τα σίδερα,
τα ’λιωσε η θωριά σου…
Και τα ξενιτεμένα μέρη μας
θα δοξαστούν δικά σου…

Ολάνοιχτη η θύρα σου
και καρτερεί “σημάδι”…
γη μου που ροδοχάραζες,
ποιος σου ’φερε σκοτάδι;

Τρεμόπαιζε κείνο το πρωί,
ο ίσκιος σου ισχνός…
Χτύπησε τη θύρα σου,
σκαιός κατατρεγμός…

Αχείμαντο το όραμα,
ριζοβολά στο βλέμμα…
Μορφή μου ολοζώντανη,
πάλι σταλάζεις αίμα…

Σαΐτεψε τη γη σου,
πικρόγευστη η σκλαβιά…
Μα εσύ θα ξανανοίξεις,
της λευτεριάς φτερά…

Καράβι θαλασσόδαρτο,
τριγμού, ξενιτεμένο…
Σε σμίλεψαν τα “κύματα”,
μα πάντα περιμένω…

Στο σμαραγδένιο βλέμμα σου,
της πίκρας η πληγή…
Μα ολόφωτη, υπέρλαμπρη,
θα ξανασμίξει η γη…

Μονάκριβή μου θύμηση,
ηλιόμορφη αρχοντιά…
Μελίχρυση που σμίλευες,
ελπίδα στον βοριά…

Εσύ μια ανδρειωμένη
και οι εχθροί μιλιά…
Ξέπνοοι, περίτρομοι,
θα φύγουν μακριά…

Μόνο λίγο ακόμα…
και γλυκιάς λευτεριάς η πνοή,
θα ζεστάνει με δίκιου φωτιά,
το αιμάτινο, κρύο σου χώμα…

Πόσο αίμα έχει τρέξει…
άλικος ο ποταμός,
της θυσίας των ηρώων…
χαιρετά δοξαστικός…

Τις πόλεις σου τις όμορφες,
δεν ματώνει η “καρφίδα”…
Τις φιλάει, τις ζεσταίνει,
ξαστεριάς η ηλιαχτίδα…

Η σημαία ανεμίζει,
μες της δόξας σου το φως…
Σε κοιτάει, της δακρύζεις,
άνεμος… ξεσηκωμός…

Ολάνθιστή μου άνοιξη,
ξοπίσω σου οι μπόρες…
χρόνια στα νύχια των γυπών,
σπαρτάραγαν οι ώρες…

Η σιδερόφραχτή σου γη,
ο καθρέφτης της πληγής…
και της μνήμης ο παλμός,
την προσκυνά ροδοστεφής…

Ποτισμένη η καρδιά σου,
με τη στάχτη της σκλαβιάς…
Κεραυνοί και ήλιοι χίλιοι,
της χρωστούν της λευτεριάς…

Μαραμένη μου γη,
χωρισμένη πληγή…
λιόγερμα έγινες και δύση,
άστρο που σ’ έχουνε λογχίσει…

Σου ’στήσαν άδικα καρτέρι,
μυριάκριβή μου ανατολή…
σου λαβώσαν την ψυχή,
οι λυκόμορφοι εχθροί…

Έγειρες το πρόσωπό σου,
μελιχρό, σεπτό, χλωμό…
βρήκε η άνοιξη λιοπύρι,
σ’ έρραναν “χειμώνες”μύριοι…

Μια ντυμένη μες τα μαύρα,
τον χαμό θρηνολογείς…
Μια λουσμένη στα λευκά,
την Παναγιά δοξολογείς…

Τραγούδι έγινε η ελπίδα,
για σένα “σκλάβα” λευτεριά…
Και σαν καράβι τ’ όνειρό σου,
ανοίγει πάλλευκα πανιά…

Μ’ αχτίδες πύρινες, χρυσές,
η Παναγιά σε ραίνει…
και λιώνουνε τα σίδερα,
ροδοστεφανωμένη…

Παίδεψαν τη γη σου,
οι λιγόκαρδοι εχθροί…
Και ορφάνεψε το γέλιο,
στη μικρή, παλιά αυλή…

Ποιος σου έστησε καρτέρι,
όμορφή μου γειτονιά;
και μαρμάρωσαν οι δρόμοι,
χωρίς γέλια και παιδιά…

Δάκρυσες δαφνοστόλιστη
και γύρω ερημιά…
Δυο κεραυνοί στο διάβα σου,
λιοπύρι και φωτιά…

Σκόρπισε κι ο δρόμος σου ο παλιός,
μ’ αγκάθια και με αίμα ποτισμένος,
έψαχνε κι αυτός της λευτεριάς το φως,
μα του γνεψ’ ο διωγμός, ο πολυκαιρισμένος…

Το χώμα σου πικρό, στεγνό,
δάκρυ το πότισαν, καημό…
Η λευτεριά μαυροφορεί
και το παράθυρο κλειστό…

Περίλαμπρος φεγγοβολά,
της νίκης άγιος λυτρωμός…
Κι όλα τα άνομα θεριά,
στάχτη θα γίνουνε , καπνός…

Μόνο ειρήνη λαχταρούσες,
του ουρανού την ξαστεριά…
Λύκοι σου ’φέραν μοιρολόι,
έρημους δρόμους, μοιρασιά…

Πέτρινη και σιδερένια,
κλειδωμένη η γειτονιά…
τότε γέλια και τραγούδια
και μπαλκόνια ανοιχτά…

Δέσμια, ωχρή, αχνή,
πόλη μου πια “μακρινή”…
Σε κυκλώσανε οι γύπες,
σου ζηλέψαν τη ζωή…

Έδυσ’ ο ήλιος σου πρωί
κι έμεινε κει να σε θωρεί…
Μονάκριβή μου αιχμάλωτη,
ανάβει η θύμηση κερί…

Νιώθεις τα χώματά σου,
τόσο “κοντά” και “μακριά”…
Δέσμια στων άνομων τα χέρια,
καίει του λίβα η ξενιτιά…

Με την “ξιφολόγχη” τους
που έφερε σκλαβιά,
σ’ έσερναν καταματωμένη,
σε μια “λυκοφωλιά”…

Έτρεχε τ’ όνειρο του μόχθου σου,
να σ’ ανταμώσει από μακριά…
Σ’ έλουζε μύρα, γιασεμιά…
Μονόδρομος η λευτεριά…

Νικηφόρα η ματιά σου,
μυροφόρα η καρδιά…
θα “σκορπίσουν”, θα το δεις,
είναι από την Παναγιά…

Μαραμένη πώς ζεις,
χωρίς στάλα δροσιάς;
Μα βαθιά σου ανθίζουν,
όνειρα λευτεριάς…

Στα μάτια σου τα δακρυσμένα.
ημέρωσε η αστραπή…
Κι η Παναγιά είναι που βάζει,
της λευτεριάς υπογραφή…

Ελεύθερη η ψυχή σου,
ανέβηκε δυο ανηφόρες…
Αθάνατοι οι ήρωές σου
κι οι μνήμες λαμπροφόρες…

Γλυκό απομεσήμερο,
ροδόπεπλη αυγή…
Φιλούν και χαιρετίζουν,
την άγια σου τη γη…

Ποιοι σου μάτωσαν τη μνήμη,
που χρόνια την καρδιά κεντά
κι όμηρο μέσα στη γη σου,
σε θελήσαν και βορά;

Το χέρι σου το πληγωμένο,
την Παναγιά ζυγώνει…
Κι απ’ τη σκλαβιά την άνομη,
Εκείνη σε λυτρώνει…

Δεν την ανέχτηκες ποτέ,
του δράκοντα τη μαχαιριά…
Και στων πλεγμάτων τη σκουριά,
ύψωσες, έσφιξες γροθιά…

Αλυσοδεμένη σ’ ένα στενό κελί,
σ’ έριξαν εχθροί σκληροί…
μα εσύ ανασκιρτάς σαν άνοιξη κι αυγή,
σπάζεις τις αλυσίδες σου μ’ ελεύθερη φωνή…

Με νερό λευτεριάς,
ξεδιψάς τον διωγμό…
Λυτρωμένη του στέλνεις,
πάλλευκο χαιρετισμό…

Αχώρητή μου μνήμη,
ταξίδι ονειρεμένο…
Μέρος μου, λάβαρο ιερό
και χιλιοδοξασμένο…

Καλοκαίρια σαν στρατώνες
και οι πόλεις σου πιο μόνες…
να γυρεύουνε την άνοιξη,
μα να βρίσκουνε χειμώνες…

Δεν ανέχτηκες τόσα χέρια εχθρικά,
τόσα χέρια ξένα,
στα χώματά σου τα ιερά,
τα μέρη τα “ξενιτεμένα”…

Μου μιλάς για το δάκρυ σου,
που το πήρε τ’ αγέρι…
και τους δράκους τους άγριους,
που σου ’στήσαν καρτέρι…

Με μειδίαμα πίκρας,
ξέρω πως τριγυρνάς…
σε χαρές και γωνιές σου,
που ποτέ δεν ξεχνάς…

Όμηρος μες τη γη σου…
μα απ’ το πρώτο μπαλκόνι,
φτερουγίζει γλυκά,
λευτεριάς χελιδόνι…

Των ηρώων σου η γη,
θρίαμβος περικλεής…
Τόσα χρόνια τον ποτίζει,
σταλαματιά υπομονής…

Ξεθάρρεψε το γέλιο σου,
ξεψύχησε το “βόλι”…
Ξαγνάντευες, ξανάσαινες,
με την ψυχή σου όλη…

Δεν αλλάζει η ιστορία,
τη σελίδα τη χρυσή…
Και πεσμένη σε σηκώνει,
με του δίκιου το σπαθί…

Σκλάβα σ’ έσυραν στ’ αγκάθια,
με δρεπάνια σκοτεινά…
μα η Παναγιά κοιτάζει
και διατάζει από ψηλά…

Κοντά του χρόνου το σινιάλο,
μόνο νίκη τραγουδά…
Ατσαλώνει τα φτερά σου
και τα πλέγματα σκορπά…

Σιγοβρέχει στα σοκάκια,
και στα σπίτια τα κλειστά…
Ο αγέρας ως κι οι πέτρες,
λαχταρούν τη λευτεριά…

Μάτωσε ο ήλιος το πρωί
κι ο κήπος σου ανοιχτή πληγή…
γερμένη μου αχνότρεμες,
σε χάραξε σκλαβιάς γυαλί…

Νοσταλγικά μου χώματα,
κυνηγημένα, πορφυρά…
Σαν από πολυπλάνητο όνειρο,
ξυπνάει γλυκά η λευτεριά…

Απ’ τα σίδερά σου βγαίνεις
και τη νίκη “τους” την παίρνεις…
Δες! Τα χρόνια πώς μιλούν…
Χαιρετούν και “τους” νικούν…

Αήττητη και θαλερή
άγρυπνη τριγυρίζει…
“Εκείνη” που κρατά ρομφαία
και σίδερα λυγίζει…

Αχώρητη αχολογεί,
του άχθους σου η δίνη…
Μα ξαστεριάς γλυκό νερό,
θα ρέει πάντα αστείρευτη,
της λευτεριάς η κρήνη…

Μακρύς ο δρόμος που διαβαίνεις…
Αιμάτινη ανηφοριά…
΄Εμαθες χρόνια να παλεύεις,
με τ’ άγρια, σκληρά θεριά…

Θέλεις εκείνο το πρωί,
χωρίς καημό, χωρίς βροχή…
Κι εκείνη τη μικρή αυλή,
μόνο με γέλια, μουσική…

Ακόνιζε η “ξενιτιά” τη λόγχη
κι έρημη σ’ άφησε να ζεις…
Μα εσύ νικάς όλη την μπόρα,
τους δράκους, τα δεινά,
κι εχθρούς αιμοσταγείς…

Σιδηροδέσμια στην ίδια σου τη γη,
ανέβαινες ανήφορο στυφό, σκαλί σκαλί…
Χρόνια τώρα ματωμένη και γενναία μου μορφή,
στάλες αίμα να κυλούν και ν’ ανοίγουν την πληγή…

Κάθε γωνιά σου μια πληγή,
μαχαίρι, κόβει τη ζωή…
Μονάχα στ’ όνειρο τα βράδια,
γίνεσ’ ελεύθερο πουλί…

Μες τα ερείπια, βαθιά,
θαμμένη μια κορνίζα…
Δέσμια, αιχμάλωτη,
μα ούτε μια ματιά,
στα πλέγματα τα γκρίζα…

Καρφωμένο στο στήθος,
της σκλαβιάς το μαχαίρι…
Σάλευες και αναρριγούσες,
λαβωμένο περιστέρι…

Όταν μιλούν οι μνήμες σου,
το πρόσωπο κερένιο…
Και το χαμόγελο πικρό,
παλεύει σιδερένιο…

Δεν βρίσκουν λόγια να σου πουν,
μόνο με τη σιωπή μιλούν…
Κι ό,τι κλεμμένο, ιερό,
ρέει αίμα και διωγμό…

Άδροσα χρόνια, λιόκαμα,
μα τ’ όνειρο ζυγώνει…
Αυτό σου γλυκοτραγουδά
της λευτεριάς τ’ αηδόνι…

Απρόσκλητοι και λιμασμένοι,
σε χάραξαν χωρίς ντροπή…
Ηλιόλουστη πρώτα τριγυρνούσες,
άγια, λιθόβλητή μου γη…

Χλωμή μου όψη, αχείμαντη,
να μην βαρυπενθείς…
Αδούλωτη ψυχή τους όρθωσες
και θα λευτερωθείς…

Άθρονη και βέβηλη,
θρηνολογεί πικρά η σκλαβιά…
Ακάματα το πέπλο του ονείρου,
υφαίνει μέρα- νύχτα η άγια λευτεριά…

Των εχθρών σου τα μαχαίρια,
αίμα στάζουν όπως χθες…
Άφωνη, μια ηττημένη η σκλαβιά,
μα εσύ κείνον τον ήλιο πάλι κλαις…

Παλεύεις να πετάξεις,
σε χωρισμένα μέρη…
Φτεροκοπάς αιμάτινο,
λαβωμένο περιστέρι…

Σαν την πέτρα η λύπη,
σου χτυπά την καρδιά…
Μα σκουπίζεις το δάκρυ,
μ’ ήρωα λεβεντιά…

Δεν αφήνεις στιγμή,
τη γλυκιά προσευχή…
Και Εκείνος θα δώσει,
λευτεριάς εντολή…

Λαμπροφορεί αδούλωτη,
η όμορφή σου πόλη…
Μεσουρανεί ηλιόλουστη,
αυτή κι η Κύπρος όλη…

Στεφανωμένη η ιστορία,
με άνθη λευτεριάς γλυκά…
Σου γνέφει, σου χαμογελά,
κι ας ήπιε δάκρυ και φωτιά…

Υψωμένη η γροθιά,
στων εχθρών σου τη σπαθιά…
Όλη η μνήμη μυρωμένη,
για εσένα μου μιλά…

Στης φυλακής την ξενιτιά,
τόσα χρόνια σεργιανάς…
Διψασμένη, κουρασμένη,
λευτεριάς νερό ζητάς…

Στέκεις αγέρωχη, ακριβή,
δοξαστική και όμορφη…
Σε χώρισαν εχθροί σκληροί,
λιπόψυχοι, λυκόμορφοι…

Κείνη την μέρα την πικρή,
μοναχή είχες δακρύσει…
Πώς η ανατολή η ρόδινη,
σου ’γινε σκιά και δύση;…

Τόσα σίδερα γκρίζα,
σου ματώνουνε τις μέρες…
Περιστέρι μου λευκό
κι άλικο από τις σφαίρες…

Έριξαν στα χώματά σου,
της σκλαβιάς τη σαϊτιά…
Μα φεγγοβολείς κι αστράφτεις,
μελιχρή μου λευτεριά…

Αθάνατη η μνήμη σου,
μια άσβεστη φωτιά…
γυρεύεις τ’ άγιο δίκιο σου,
του μύρου ευωδιά…

Σε κοιτάζει από ψηλά,
με ασημένια τη θωριά…
Θα ’ρθει Εκείνη και θα φέρει,
λευτεριάς γλυκά κλειδιά…

Τρεμολάμπει η ελπίδα,
σαν πουλί τριγυρνά…
Στα σοκάκια, τους δρόμους,
δεν ξεχνά να πετά…

Ποτισμένη με το δάκρυ
και με τα δεσμά η λαλιά…
Της πατρίδας σου η μπόρα.
που τη μνήμη την κεντά…

Η ξαστεριά σε καρτερεί,
μα οι εχθροί μια φυλακή…
σαν όρνια άγρια, σαρκοβόρα,
στην αιματόβρεχτή σου γη…

Έσταζε γκρίζα η βροχή,
στη γειτονιά που ’χες γνωρίσει…
Έψαχν’ ο ήλιος τη ζωή,
να ’ρθει ξανά να σου μιλήσει…

Σκαλί σκαλί ανέβηκες,
κρύο χειμώνα, του βοριά…
Μα η Παναγιά διώχνει τη μπόρα
και της σκλαβιάς την παγωνιά…

Μην τον φοβάσαι τον καιρό
κι όλο το δίκιο σου εδώ…
Οι ήρωές σου προσευχή,
πρεσβεύουν απ’ τον ουρανό…

Σκούπισε το δάκρυ σου,
γη μου μυροφόρα…
Ρέει ποτάμι ορμητικό,
η ώρα η νικηφόρα…

ΩΔΗ ΣΤΗ ΜΑΝΝΑ ΤΟΥ ΚΥΠΡΙΟΥ ΗΡΩΑ


Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
τόσο δική μου, ιερή,
από την πίκρα τσακισμένη,
μα στάζει μύρο η ψυχή…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
ποιοι δράκοι του ’βαλαν θηλιά
και σ’ άφησαν γυναίκα μόνη,
να πολεμάς με τα θεριά;

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
που χρόνια τώρα καρτεράς,
για μια αχτίδα, ένα γέλιο
κι όλο τον ίσκιο σου ρωτάς…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
στο παραθύρι σου σκιά,
που σου ’μαθε ο εχθρός τα βόλια
μα εσύ την άγια λευτεριά…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
χρόνια πνιγμένη στη σκλαβιά,
γενναία μάννα της ψυχής,
σου μίσεψαν τα γιασεμιά…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
με τη σιωπή χαιρετισμό
σου ’στειλε κι άφησε νωρίς
χωρίς φωνή τον σπαραγμό…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
του ’πλεξε εγκώμιο ο καιρός…
Λίγο τον είδε, μια στιγμή
κι ύστερα πέταξε αετός…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
είπε ότι ήταν ευτυχία
για την πατρίδα να ματώσει…
Πέρασε στην αθανασία…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
σαν το αστέρι εκεί ψηλά,
απ’ τ’ ουρανού την ξαστεριά,
σου γνέφει και γλυκοκοιτά…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
σκαμμένο πρόσωπο, στεγνό,
για τους εχθρούς βλέμμα κεντρί
μα για “εκείνον” τρυφερό…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
βούρκωσες άλλη μια φορά,
όταν θυμήθηκες τη νιότη,
που άνοιξε πρόωρα φτερά…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
άνοιξη κι όλα ανθισμένα,
όταν το τέλος καρτερούσε,
ήρεμα κι ανδρειωμένα…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
έπεσε στων θεριών τα χέρια
κι η άνοιξή σου μίσεψε,
βούρκωσαν τα καλοκαίρια…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
μόνος του έμεινε εκεί…
Πολέμησε σαν παλληκάρι
κι “έφυγε” πριν τη χαραυγή…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
της χάρισε και τη ζωή
της Κύπρου κι έκλεισε τα μάτια
κι ας είχε τόσα για να δει…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
απλώθηκε ήρωα σιωπή,
την ώρα που η “ριπή” του εχθρού,
μάτωνε κείνου τη ζωή…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
ορφάνεψε και η πλαγιά…
βουβή, νεκρή και λυπημένη,
χωρίς εκείνου τη μιλιά…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
δεν άντεξε σκλαβιάς ζωή,
ούτε στιγμή δεν τον χωρούσε,
των εχθρών του η φυλακή…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
ποτέ δεν ξέχασε εκεί…
Σε είχε πάντα στην καρδιά του,
με θύμηση και προσευχή…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
άνθος αθάνατο θωρείς,
στου ουρανού ειν’ το παλάτι,
ποτέ δεν έγινε της γης…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
που με της μνήμης τη λαλιά,
κρύα του αγγίζεις την κορνίζα,
μα την καρδιά σου καίει φωτιά…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
στο σπίτι σου το φτωχικό,
έζησε τίμια κι ανδρεία,
σύμμαχο είχε τον Θεό…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
τα δειλινά τον καρτερούν
κι όλα τα δέντρα, τα πουλιά,
ψάχνουν γι’ αυτόν και σε ρωτούν…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
ίσκιος που έπεσε βαρύς
έγινε ο πικρός χαμός του
μα εκείνος έθνους νικητής…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
όλη η πλάση μια σταλιά,
μπροστά σε ’κείνου τη θυσία,
δάκρυσαν και τα βουνά…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
όλη η ζωή του μια στιγμή,
τόσο λαμπρή και τιμημένη,
όσο η Κύπρος του και συ…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
θα ’ρθει και πάλι ο καιρός,
να σ’ αγκαλιάσει ένα τραγούδι
και ο γλυκός ο λυτρωμός…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
δε γνώρισε τη λησμονιά,
στεφάνι ένδοξο φορεί,
στης Παναγιάς την αγκαλιά…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
μικρός θα είναι ο χωρισμός…
θα ’ρθει εκείνη η στιγμή
και θ’ ανοίξει ο ουρανός…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
μπήκε μονάχος στη φωτιά…
τόση ψυχή και τόση ανδρεία,
πώς χώρεσαν σε μια καρδιά;

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
δεν το περίμενες να βρεις,
θεριά ανήμερα μπροστά σου,
να του ξεγράψουν τη ζωή…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
χλωμή μα τόσο δυνατή,
τραγούδι έγινε στα χείλη,
του ήρωά σου η ζωή…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
βλέμμα που ψάχνει ουρανό…
Στο χέρι πάντοτε κρατάς,
το θυμιατό με τον σταυρό…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
γελούσατε άνοιξη μαζί…
εσύ τον ήλιο λαχταρούσες
μα έμαθες από βροχή…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
που πάντα μόνη τριγυρνάς,
έρημοι οι δρόμοι της καρδιάς σου,
μ’ άστρο και ουρανό μιλάς…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
περήφανη κι ηρωική…
Τους ήρωες δεν τους “κρατά” η γη,
πετούν  περήφανοι αετοί…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
σου γνέφει δίπλα στη σημαία…
Καθώς κοιτάς, σκιρτούν οι μνήμες,
θολώνει απ’ το μπαλκόνι η θέα…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
μιλάς με τόση αρχοντιά,
για την πληγή που αίμα στάζει,
απ’ των εχθρών του τα καρφιά…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
όλοι θυμούνται και μιλούν,
για τα χρυσά του νιάτα εκείνα,
που έμελλε να δοξαστούν…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
που κάθε μέρα του μιλάς,
σαν να μην έφυγε μακριά σου,
σαν να μην σ’ άγγιξε ο βοριάς…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
γαλάζιος λάμπει ο ουρανός…
μεγάλο ήρωα δοξάζει,
που ήταν πάντοτε σεμνός…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
σου μίσεψε η προσμονή,
λαχτάρησες για ένα του γέλιο,
κι όλη η ψυχή σου μια ευχή…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
κοντά σου θα ’ρθει μια βραδιά,
να σε φιλήσει, να σε δει,
απ’ τ’ ουρανού τη γειτονιά…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
σε είδαν τ’ άστρα, τα πουλιά,
που βουρκωμένη του μιλούσες
δίπλα στη γαρυφαλλιά…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
πού βρίσκεις τόση λεβεντιά;
εκείνος είχε περισσή,
του χάριζε η Παναγιά…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
λίγοι ποθούν την ξενιτιά,
από τη γη και τις χαρές της,
για να της φέρουν λευτεριά…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
είχε στο στήθος του σταυρό,
ευλάβεια και θέρμη τόση…
πήρε στεφάνι απ’ τον Χριστό…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
που με τη θύμηση γερνάς,
μα με ψυχή πάντοτε νέα,
μέρη δικά σου λαχταράς…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
που τ’ όνειρό σου χρόνια αντέχει,
μ’ ένα κλαδί γιορτής κι ελιάς,
η  λευτεριά γλυκά σου γνέφει…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
δεν γνώρισε η ροή στροφή,
του χρόνου και του δίκιου όλου,
θα ’ρθει η δική σου επιστροφή…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
δάκρυ που έσταζε κρυφά…
Δική σου θα ’ναι “κείνη” η μέρα…
Δική σου θα ’ναι η χαρά…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
πάντοτε έστεκε κοντά,
ποτέ δεν σ’ άφησε μακριά του,
σ’ αγκάλιαζε από ψηλά…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
πρόσωπο άδολο, αγνό,
κομμένο άνθος, μαραμένο,
έχεις προστάτη τον Θεό…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
στα χείλη του αίμα ζεστό…
γενναία πρόσταζε κι ανδρεία:
“μη φοβηθείτε τον εχθρό”…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
σκλάβα σε θέλησαν οι εχθροί…
μα η ψυχή σου δε λυγίζει,
ούτε γνωρίζει υποταγή…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
κοιτάς και λέξη δε μου λες,
για την πληγή που αίμα στάζει,
του γιου, της γης σου τις χαρές…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
θα βρεις και πάλι τη φωνή,
με λευτεριά και με τραγούδι,
θα ’ναι όπως τότε η Κυριακή…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
που έβαλες τα γιορτινά
και στο μικρό το τραπεζάκι
γι’ αυτόν γαρύφαλλα γλυκά…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
γαλήνιος σε χαιρετά,
να μη δακρύσεις, να μη νιώσεις
πως ειν’ η δύση του κοντά…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
η θυσία του ιερή…
Ήλιος πύρινος, χρυσός,
φέγγος και ανατολή…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
δεν σε άφησαν οι εχθροί,
ούτε λεπτό να τον αγγίξεις,
λίγο πριν τον χάσει η γη…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
ήθελε τόσο λευτεριά,
που δεν λογάριασε εχθρούς
ούτε του φόβου τη σκιά…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
θρηνεί και κλαίει το βουνό,
τον πιο πιστό, καλό του φίλο,
μ’ ένα τραγούδι και λυγμό…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
τι κι αν εκείνος πια δεν ζει;
Πιο ζωντανός με τους Αγίους
στον ουρανό θα σε θωρεί…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
όλη η ζωή του μια κραυγή:
ΟΧΙ στου τούρκου τη σκλαβιά!
ΟΧΙ στον κατακτητή!

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
που στα όνειρά σου σεργιανάς,
στα μέρη σου τα δοξασμένα,
σκύβεις και τα προσκυνάς…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
γκρίζος για σένα ο ουρανός
μα για εκείνον ήλιος κλέους,
του φέγγει πιο δοξαστικός…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
πικρό ποτήρι η “εξορία”…
έσπασε τ’ άνομα δεσμά της
και πέρασε στην ιστορία…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
σου χάρισε γλυκιά ελπίδα,
κι ας κοντοζύγωνε για κείνον
της μοίρας η πικρή λεπίδα…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
και το καντήλι καίει αργά,
κάθε πρωί και κάθε βράδυ
μπροστά σε κείνου τη θωριά…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
πλέγματα σου ’στησαν βαριά,
μα λογαριάσαν δίχως ήλιο,
δίχως και την Παναγιά…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
δε δείλιασε ούτε λεπτό…
Ψυχή ανδρεία, ηρωική,
αγκάλιασε τον ουρανό…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
λίγα τα χρόνια του στη γη…
Μα η θυσία η δική του,
αιώνια δόξα και τιμή…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
κάθε του μάχη μια γιορτή…
Όλο και πιο κοντά στη νίκη,
χωρίς δική του επιστροφή…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
με δακρυσμένη τη θωριά
και την ψυχή σου τραύμα σφαίρας,
χωρίς το βλέμμα του κοντά…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
και το γλαστράκι άδειο πια,
να το ραπίζει ο αγέρας,
στην έρημή σου γειτονιά…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
μ’ αίμα το έβαψαν ζεστό,
οι ριπές οι σιδερένιες,
το πρόσωπό του το σεπτό…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
περήφανη στέκεις σαν γροθιά
κι όλες οι μνήμες της καρδιάς σου,
δεν τη χωρούν τη λησμονιά…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
στην όμορφή σου την αυλή,
με τα ζουμπούλια, τα γεράνια,
που σου ’μεινε η χαρά μισή…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
κοντά του λίγο η ζωή,
σαν τον αετό πέταξε μέρα,
σου μίσεψε μια Κυριακή…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
δεν θα τους μείνει πια μιλιά…
Για όσα σου ’καναν και κάνουν,
θα σκορπιστούν σαν καταχνιά…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
με το χαμόγελο ζεστό,
η κάμαρά του χρόνια τώρα,
λιβάνι έχει κι αγιασμό…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
στο τραπεζάκι το μικρό,
στέκουν εικόνες των Αγίων
μαζί με τον χρυσό σταυρό…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
λείπει και άδεια η γειτονιά,
έμεινες μόνη να ποτίζεις,
την έρημη γαρυφαλλιά…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
τι να μου πεις για τον καιρό…
Εκείνος νίκησε και ζει,
σου γνέφει απ’ τον ουρανό…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
το δάκρυ σου κι η προσευχή,
θυμίαμα στο θρόνο Εκείνου,
που όλα τα ξέρει και μπορεί…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
λεύτερος τώρα τριγυρνά
με τις ψυχές κι άλλων ηρώων
στου Παραδείσου τη χαρά…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
ο κόσμος όλος δε χωρούσε
τη λεβεντιά του, την ψυχή,
που δράκους και θεριά νικούσε…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
στο όνειρο λόγχη πικρή
της λευτεριάς και της ζωής,
έριξαν εχθροί δειλοί…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
φωνή της μνήμης των καιρών,
δική σου πάλι θα σκιρτήσει,
η γη ηρωικών ανδρών…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
καμάρι σου ήταν κι αυγή…
Για την πατρίδα, ασπίδα, βράχος,
έδωσε σώμα και ψυχή…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
όλοι ρωτούν στη γειτονιά,
για την ελπίδα την κρυφή σου,
που ξέρει μόνο η Παναγιά…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
ποτέ δεν πρόδωσε κανέναν,
αιώνια άφησε τη δόξα ,
στην Κύπρο όλη και σ’ εσένα…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
λίγα του έμεναν λεπτά…
Μα είδε την όψη του χαμού
κατάματα και θαρρετά…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
μπροστά του έκαιγε η φωτιά…
Μέσα της έπεσε για να ’χεις ,
εσύ κι η Κύπρος λευτεριά…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
δεν τους ανέχτηκε στη γη του…
αγώνα έδωσε με τόλμη,
της χάρισε και τη ζωή του…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
αγέρας, ήλιος και βουνά
τον είχαν πάντα καλό φίλο,
το ίδιο και η λευτεριά…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
υπέμεινες πληγής καιρό…
του ’πλεξε ήρωα στεφάνι,
σου έμαθε ξεριζωμό…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
που έζησες την πυρκαγιά,
τον ουρανό σου ματωμένο,
απ’ των θηρίων τη δοντιά…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
με βουρκωμένη τη ματιά,
ποτέ δεν ήθελε να κλαις…
μόνο του Μάη γιασεμιά…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
ήξερες θα ’φευγε αστραπή…
Μα εσύ για το χατίρι εκείνου,
έντυσες την ψυχή γιορτή…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
τη γη σου μάτωσαν οι εχθροί…
μα πρόσκαιρη είναι οι χαρά τους,
θα ’ρθει γι’ αυτούς ήττα πικρή…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
την τελευταία του φορά,
“μύρα” τον έλουσες και κρίνα,
με προσευχή και θυμιατά…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
που δεν σου άφησαν σταλιά,
να δροσιστείς και να γλιτώσεις
από την άδικη φωτιά…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
στα λόγια του πάντα σπαθί…
ποτέ δεν φίλιωσε με ψέμα,
ποτέ με τον κατακτητή…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
πιστή σου πάντα συντροφιά,
σε άφησε για την πατρίδα
και πέταξε με τα πουλιά…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
η θύμησή του ευωδιά…
Κρατά χαρμόσυνα κι απλά,
του Παραδείσου τα κλειδιά…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
και ζαλωμένη με σκλαβιά
τόσο “κοντά” και “μακριά”
τα χώματά σου τα ιερά…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
βουρκώνεις όταν την κοιτάς,
φωτογραφία σαν τη λόγχη,
τρυπά τα μύχια της καρδιάς…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
στιγμές του όλη η ζωή,
μνήμες νωπές χωρίς εκείνον,
που σ’ είχε άστρο και αυγή…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
δεν θες να λες για τους εχθρούς,
που σ’ άφησαν πουλί μονάχο,
να τριγυρνάς μες τους αγρούς…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
που τόσες νύχτες ξαγρυπνάς,
με τη μορφή του μες το νου σου,
σ’ έρημη κάμαρα γυρνάς…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
πες μου ποιος νιώθει τι περνάς;
Σφράγισε η μπόρα την ψυχή σου
μα εσύ γι’ αυτόν χαμογελάς…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
ποιος σου ’κλεισε τον ουρανό;
Όλοι οι αγώνες και οι μνήμες,
φιλούν το χέρι σου ζεστό…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
δεν θα σου ξαναγυρίσει πια…
Χρυσό στεφάνι των ηρώων,
του φόρεσε η λευτεριά…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
πήρε του ήλιου τη φωτιά
κι ανέβηκε με ευψυχία,
την πέτρινη ανηφοριά…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
ροδόχρωμη ανατολή
όλη η ελπίδα στην ψυχή σου
και η δική του η σπονδή…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
η σπίθα έγινε φωτιά
και θέριεψε το όνειρό του
με τη θυσία συντροφιά…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
μιλούσε κι έτρεμε ο εχθρός…
Τα λόγια του έγιναν τραγούδι,
της μνήμης ιερός σταθμός…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
τρεμόφεγγε κείνο το πρωί…
Γύρευε αυτόν, βρήκε σιωπή…
Κι η ροδαυγή ντύθηκε αχλύ…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
ρίγησαν μες την καταχνιά,
εκείνη την ώρα την πικρή,
άλικα τα γιασεμιά…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
μόνη σου σιγοψιθυρίζεις,
τα λόγια του τα τελευταία…
Χρυσά σου σκήπτρα και παρέα…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
πριν την πέτρινη σκλαβιά,
τα γλυκά τα δειλινά,
πότιζες μια μικρή ροδιά…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
χύθηκε ο άνεμος γλυκός…
Πνέει στη γη σου νικηφόρος,
της λευτεριάς χαιρετισμός…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
σ’ αποχαιρέτησε γλυκά
κι ευχήθηκε να ’ναι ο τελευταίος
που μάννα τον μοιρολογά…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
ένδοξες μνήμες τιμημένες,
ζουν και σκιρτούν μες την καρδιά σου,
ριγούν με δέος ματωμένες…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
στάχτες τη γέμισαν τη γη σου
μα ντροπιασμένοι θα γυρίσουν,
με άδεια τα χέρια οι εχθροί σου…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
ήρωας είναι και μην κλαις…
Αιώνια άφησε σφραγίδα,
δόξα στο σήμερα, στο χθες…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
δεν έχεις πια να φοβηθείς…
Ο θρήνος σου για τη ζωή του,
λιμάνι λευτεριάς κι αρχής…

Μαυροφορεμένη μου φιγούρα,
ύμνος στα χείλη του ιερός,
ό,τι αγάπησε το ίδιο:
Κύπρος, Ελλάδα, Ελληνισμός…
ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ
Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ
Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ

Τι να σου γράψω που τα λόγια είναι λίγα;
Χωρίς βιτρίνες κι όλα τ’ άλλα τυπικά,
που σε ματώνουν με της λήθης τη λεπίδα,
θες να πετάξεις μα έχει ανήφορο μπροστά…

Τι να σου γράψω, τι να πω για να σε πείσω;
Πως τη ζωή δεν την τιμούν τα στεγανά,
χάρτινα όλα και ραμμένη η φωνή σου,
σαν το πουλί μες το κλουβί που τριγυρνά…

Δεν θα σ’ αφήσω να πνιγείς μες τη σιωπή σου,
αυτή που σου ’μαθαν νωρίς πολύ καλά,
θέλω μια θάλασσα να γίνει η φωνή σου,
να πνίξει τύπους και ταμπέλες και "θεριά"…


ΧΩΡΙΣ "ΑΥΤΗΝ"…


Χωρίς "αυτήν" δεν θα μπορέσεις να περάσεις,
στην απέναντι όχθη που είναι πιο γιορτινή…
Το διαβατήριο της ψυχής σου δεν θα βρίσκει τη σφραγίδα
κι οι "ελεγκτές" του στην προβλήτα στέκονται πάντα σιωπηροί.
Χωρίς χαμόγελο, σκυφτοί, ζητούν χαρτιά και υπογραφή…


Η ΘΟΛΗ ΒΙΤΡΙΝΑ

Όταν καταφέρεις να σπάσεις εκείνη τη βιτρίνα,
που στέκει απ’ έξω τόσο άχρωμη, γκρίζα και βαριά,
μα μέσα στην ψυχή σου κοφτερό γυαλί,
χαράζει την πιο βαθιά, πικρή αυλακιά…

Όταν μπορέσεις να σπάσεις εκείνα τα δεσμά,
που αμίλητο σε άφησαν γι’ ακόμη μια φορά,
της απουσίας να κρατούν τα σκήπτρα θλιβερά
κι εσένα ματωμένο απ’ τα πολλά γυαλιά…

Τι περιμένεις από κείνη τη θολή βιτρίνα;
Ξέρω καλά από αυτή την πάλη…
Άλλα να θες να κάνεις, της ψυχής σου
κι άλλα να ζητά η "διαδρομή η άλλη"…


ΣΑΝ ΧΑΡΑΥΓΗ…

Ποιός να περίμενε τόση σιωπή σε τόσα λόγια;
Πώς διαπερνά πάντα "τα τείχη" η ψυχή…
Χαμογελάει μυστικά πίσω απ’ τα τζάμια
και τους χαϊδεύει με στοργή μία πληγή…

Ποιός να περίμενε τόση φωνή μες τη σιγή τους;
Πάλευε, μάτωνε να βγει σαν χαραυγή…
Από τα πέτρινα τα βράχια τσακισμένη,
την είδα μόνη να γυρεύει μια ακτή…


ΓΝΩΡΙΖΑΝ…

Πιο τσακισμένα και πιο θλιβερά από τις φυλακές…
Μετρούσαν τα λεπτά για ν’ αναπνεύσουν πιο βαθιά,
αδιαφορώντας για καθρέφτες και βιτρίνες αλγεινές…
Πάλευαν σκληρά για να τις σύρουν σιδερένιες και βαριές…
Γνώριζαν, μα δε μιλούσε και το χθες…


ΔΥΣΚΟΛΗ ΠΑΛΗ…

Σου μιλάω σαν να είσαι σε μια ξένη φυλακή…
Με συνθήματα ραμμένα στης ψυχής σου τη φωνή…
Πόσο δύσκολο και άδειο να παλεύεις τη σιωπή…
Πώς να βρουν οι λέξεις ρίζες και τα άνθη τους ζωή;


ΧΩΡΙΣ ΦΟΒΟ


Αυτό που έψαχνες να βρεις τώρα το ξέρεις…
Τι να σου κάνουν κι οι γιορτές σε μια σκηνή…
Μέρα και νύχτα απ’ τη ζωή σου δραπετεύεις,
μέσα στο γυάλινο κλουβί χωρίς φωνή…

Μη φοβηθείς ποτέ αυτή την πάλη…
Εκείνη σου ’μαθε καλά κάθε πληγή…
Και στη ζωή αυτό που αξίζει να γνωρίσεις,
δεν έχει πέτρινες σιωπές μα τη φωνή…


ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ… (ΤΑ ΔΥΣΚΟΛΑ)

Σαν να περιμένεις έξω από μια ψυχρή εντατική,
να μην ξέρεις τίποτα και να κάνεις προσευχή…
Γύρω σου όλα παγωμένα, κυλούν τόσο αργά,
οι μέρες, οι ώρες, τα λεπτά…

Σαν να περιμένεις έξω από μια γκρίζα εντατική,
να μην υπάρχει ίχνος ζωής, μόνο μια πικρή σιωπή…
Σαν να έχει πικραθεί πρώτη φορά τόσο η ζωή…
Τότε τα λόγια δεν έχουν καμία απολύτως αξία,
παρά μόνο η νοερή σου προσευχή…


ΟΙ ΓΚΡΙΖΕΣ ΦΥΛΑΚΕΣ


Πόσο πιο ψυχρά και πόσο πιο απόμακρα ακόμα;
Πόσα πιο γκρίζα και βαριά συρματοπλέγματα;
Μοιάζουν με ήλιους που διψούσαν να ζεστάνουν,
μα τους πάγωσαν πικρής σιωπής τα γέρματα…

Δεν ξέρω αν γνωρίζεις από γκρίζες φυλακές…
Χωρίς κλειδιά, χωρίς κουβέντες, με κομπάρσους και γιορτές…
Αυτές που μπήκες μέσα τους, χωρίς να το θελήσεις,
και σ’ έκαναν να μη μιλάς καθόλου για το χθες…


ΠΑΝΤΑ ΚΟΝΤΡΑ… (ΟΤΑΝ ΠΡΕΠΕΙ).


Ξημέρωνε κάποια γιορτή σαν τις πολλές
κι όλοι σου οι δρόμοι ανοιχτοί κι οι διαδρομές…
Η απουσία πάντα ίδια και πικρή,
βιτρίνες άδειες σου ζητούν επιστροφή…

Πόσο ν’ αντέξει η ζωή σου αυτό το γκρίζο;
Αυτή την άχρωμη βιτρίνα, την ψυχρή;
Βάζε τα χέρια, την ψυχή σου πάντα κόντρα,
να μη ζητήσει δανεικά κι επιστροφή…


ΤΑ ΣΙΩΠΗΛΑ ΑΓΚΑΘΙΑ

Κάπου θρυμματισμένα, κρυμμένα μέσα τους βαθιά…
Πότε το βλέμμα ασυννέφιαστο, ζεστό
και πότε της αχλύος, ν’ ανταμώνει τη φωτιά…
Όσοι μάτωσαν από κείνα τ’ αγκάθια,
-γνέφουν πάντοτε αμίλητοι-,
δε θέλουν να μιλούν γι’ αυτά…


"ΤΟ ΒΗΜΑ"…


Πρέπει να βρεις εκείνο "το βήμα",
αυτό που σε πάει πιο μακριά…
Απ’ τις παγίδες και τα βρεγμένα,
να νιώσεις πάλι κάπου στεγνά…

Μην το αργήσεις κι αργήσεις πάλι…
Χλωμός θα γυρνάς, θα μένει η πληγή…
Άσε εκείνο να σ’ οδηγήσει,
-ήδη το έκανε–
χωρίς να ’σαι εκεί…


Η ΘΗΛΙΑ

Έχεις σκεφτεί ποτέ να γκρεμίσεις,
εκείνα που έχτισες μες τη φωτιά;
Να πεις, να μιλήσεις για όσα αισθάνεσαι,
χωρίς να διστάσεις με τόσα "γυαλιά";…

Έχεις σκεφτεί ποτέ να αγγίξεις,
τον κόσμο όπως είναι, χωρίς "πετονιά";…
Ν’ αφήσεις τον φόβο που σε βαραίνει
κι αμίλητο σ’ άφησε με μία θηλιά…


ΤΟ ΣΘΕΝΟΣ ΤΟΥΣ

Προχωρούσε με δυσκολία μα δεν υπήρχε επιλογή…
Μπροστά κοιτούσε κι ένα δάκρυ έτρεξε κάποια στιγμή…
Δεν θα μπορέσουν να το νικήσουν…
Βαδίζει αγέρωχο, μονάχο του κι ορθό,
σαν τον στρατιώτη τον λεβέντη, που δεν πήρε διαταγή…


ΧΩΡΙΣ ΛΕΥΤΕΡΙΑ…

Και τώρα μου λες, πάλι γιορτές…
Απ’ έξω λουλούδια, στολίδια και φώτα,
μα μέσα σου ξέρω, αργεί, δεν χαράζει,
γιορτάζουν οι μέρες πιο θλιβερές…

Τι περιμένεις χωρίς τη φωνή σου;
Γιορτές θα ’ναι πάντα μα εσύ σαν σκιά…
Κι όπου κι αν πας, κι ό,τι κι αν κάνεις,
μ’ αυτήν θα γυρίζεις χωρίς λευτεριά…


ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΨΥΧΗ…


Κάτι σαν περιορισμός ψυχρός, χωρίς ουσία…
Λες κι η ψυχή γνωρίζει φυλακή…
Μήτε τους δεσμοφύλακες μήτε και το κλειδί…
Άυλη, ελεύθερη, μπορεί και μπαινοβγαίνει,
χωρίς τις διαταγές τους και την πικρή σιωπή…


Η ΠΑΛΗ ΑΝΟΧΗΣ


Πώς είναι όταν στεγνώνεις από λέξεις,
μα μέσα σου τρέχουν σαν ποτάμια ορμητικά
και πρέπει τότε απ’ τη ροή τους να παλέψεις,
πότε τις λάσπες και πότε τα θολά, βαθιά νερά…

Πώς είναι όταν νεκρική απλώνεται η σιγή,
μα μέσα σου -πάντοτε- πιο βαθιά πώς ρέει,
αργή, πελώρια, του πάγου, θλιβερή,
σαν να σου κλέβει ένα κομμάτι απ’ τη ζωή…

Πώς είναι όταν χωρίς λόγια τα πάντα έχεις πει,
τα πάντα έχεις νιώσει, χωρίς να είσαι εκεί…
Τότε έναν και μόνο έναν δρόμο,
κάνουν οι δρόμοι στην ψυχή…

Πώς είναι όταν περιμένεις μετά απ’ τη βροχή,
ελπίδας ηλιαχτίδα να βγει για να τη δεις;
Το ίδιο και για κείνους που έκρυψαν τις λέξεις
κι έβαλαν άλλες, δανεικές, με πάλη ανοχής…


ΜΠΡΟΣΤΑ ΤΟΥΣ…


Μοιάζει η λήξη σαν τη φωνή τους…
Πώς ζει κανείς με τόση σιγή;
Και για τις δύο πληγές που ’χαν τότε ανοίξει,
τους πήρε καιρό, μα ήταν εκεί…

Απ’ όσα θωρούν, λίγα ισχύουν…
Το λέω εγώ που ξέρω καιρό…
Κι αν δεν παλέψουν να τ’ αποφύγουν,
μπροστά τους θα τρέχουν σαν το νερό…


ΠΙΟ ΒΑΘΙΑ…


Σκέψου λίγο πιο βαθιά από "εκείνα"…
Να μη γνωρίσεις τα ίδια να κάνεις…
Μην έρθει μια μέρα μπροστά σου,
που άλλα θα θες κι άλλα θα "φθάνεις"…


Η ΠΑΛΗ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ ΜΕ ΤΗ ΦΩΝΗ ΤΟΥΣ

Η μέρα εκείνη…
Με τσακισμένα τα συστήματα όλα, παγωμένα,
πεσμένη σε μια λίμνη αίματος,
μια χλωμή φιγούρα πάλευε σε "χέρια ξένα"…

Η μέρα εκείνη…
Όλα στη σιγή παραδομένα,
κι εκείνη η φιγούρα ακόμη μες τα αίματα,
ν’ αγωνίζεται να σηκωθεί, για ν’ ακούσει πάλι ψέματα…

Η μέρα εκείνη…
Δύο βαθιές της μαχαιριές σε μέτωπο και χέρια,
όταν σε φώναξε να τη βοηθήσεις,
μα εσύ γυρνούσες σε σιωπηλά λημέρια…

Η μέρα εκείνη…
Μια νεκρική, παγωμένη, μαρμάρινη σιωπή…
Και πάλι εκείνη η φιγούρα μες το αίμα…
Που βρήκαν φωνή γι’ αυτή δύο απλοί περαστικοί,
αφού εσύ το πάλευες για να βρεθείς εκεί…


ΟΙ ΑΥΛΙΚΟΙ ΤΥΠΟΙ

Τι να τα κάνεις όλα αυτά χωρίς "εκείνη";
Να θες να "βάψεις" και πικρά να μην μπορείς…
Πώς μια πληγή και άλλη μια θέλει ν’ ανοίξει,
-στο ίδιο μέρος- και οι τύποι αυλικοί…
Νάτοι!... μπροστά τους τώρα τους διατάζουνε να δώσουν:
το όνομά τους, τα χαρτιά κι υπογραφή…


ΑΜΙΛΗΤΗ…


Ποτέ μου δε συνήθισα εκείνη τη νεκρική σιγή,
που απλωνόταν πάντοτε σαν να μην είσαι εκεί…
Κι ας γνώριζα εγώ απ’ τις βροχές σου…
Πιο δυνατή να έβγαινε εκείνη η φωνή,
όταν γυρνούσε αμίλητη μετά απ’ τη "βροχή"…


ΑΝΗΜΠΟΡΗ ΜΕΡΑ


Σαν τη μέρα που δεν είχε άλλη δύναμη…
Ριγούσε όρθια να σταθεί, αναιμική κι ανήμπορη…
Με κείνους ξεχασμένους σε πέτρινες σιωπές
κι εκείνη να μη θέλει ν’ ακούει για το χθες…


ΠΟΡΤΑ ΕΡΜΗΤΙΚΑ ΚΛΕΙΣΤΗ

Ξημέρωναν οι μέρες αργές, μέσα σε τόση σιωπή…
Τόση, που μέχρι και οι ψίθυροι στάθηκαν προσοχή!...
Πάντα αγέλαστη, συννεφιασμένη και ψυχρή,
χτυπούσαν οι λέξεις για να μπουν,
μα η πόρτα της βαριά κι ερμητικά κλειστή…


Η ΑΠΟΥΣΙΑ


Μια απουσία μαυροφορεμένη και σκαιή…
Ένας θρήνος βουβός, σαν το νεκρό παιδί…
Ποτέ κανείς δεν τη συμπάθησε, ό,τι και να πει…
Ούτε κι αυτή συμπάθησε ποτέ της τη ζωή…


ΤΟ ΝΕΚΡΟ ΣΗΜΑΔΙ…

Εκείνο το πικρό και τόσο νεκρό σημάδι…
Πως κάποιος είναι εκεί…
Αόρατος… αμίλητος…
Θλιβερό και γκρίζο, πιο πολύ κι απ’ το σκοτάδι…
Τόσο, που ξημερώνει πάλι βράδυ…


ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ


Με γέλιο μεταμφιεσμένο, του γύψου, φθινοπωρινό…
Να μην το θες μα να το βάζεις,
να μη φανεί τόσο πικρό…
Όπου κι αν πας θα το φορέσεις,
ανάγκης τίμημα σκαιό…
Γνέφει κι αυτό μαζί με σένα τον αποχαιρετισμό:
σιδερένιο και σκυφτό…


ΛΙΓΑ ΛΕΠΤΑ…


Και τώρα που σταμάτησαν τα λόγια,
πες μου τι έμεινε απ’ τη νεκρή σκηνή;
Γύρισες πάλι στα μικρά, στενά, δικά σου,
μα νιώθεις ότι κάπου θα χρωστάς λίγη φωνή…

Να μη διστάσεις, να μην κάνεις πίσω τώρα.
Κι όλοι οι άλλοι δεν τη νιώσαν τη "θηλιά"…
Λίγα λεπτά μου πήρε μόνο για να μάθω,
αυτό το βλέμμα που δε γνώρισε μιλιά…


Η ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ


Πάντοτε δύσκολο είναι να γίνεται,
μα ο λιγότερο ματωμένος πρέπει να στέκεται…
Ακόμα κι αν έχουν καταρρεύσει όλα γύρω του,
να βρίσκει τρόπο να μένει όρθιος, ν’ αντιστέκεται…
Ο ήλιος τους εκείνη τη μέρα βγήκε πιο λαβωμένος…
Κι αν δεν έφυγε κι έμεινε εκεί με προσευχή,
ήταν γιατί ο αγώνας τους ήταν ο πιο ματωμένος…


Η ΑΝΟΧΗ…


Τι σου φόρτωσαν πάλι και γυρνάς χωρίς να ξέρεις;
Μη σου διαφύγει μόνο εκείνη η στιγμή…
Χαμένα χρώματα, τραγούδια κι ένα γέλιο,
πάντα χρωστούσαν ένα  βλέμμα στη ζωή…

Σου λένε "τα γύψινα" μα εγώ ξέρω εσένα…
Αργούν οι μέρες μέσα σε πιο ψυχρή σιωπή…
Πνίγεται μέσα στα νεκρά, πικρά σου τζάμια,
σιωπή που μάτωσε με τόση ανοχή…


ΕΠΙΛΟΓΗ ΨΥΧΗΣ


Δεν θα τη βρει εκεί και ήδη το γνωρίζει…
Άδικα γυρίζει κι ας χαμογελά…
Πιο κοντά θα είναι πάντοτε "στα άλλα",
γιατί η ψυχή δε μένει, εκεί που δεν πονά…


ΑΙΜΑΤΙΝΗ ΦΩΝΗ


Μια φιγούρα απόμακρη, πόσο απόμακρη…
Κέρινη, αχνή, μαρμάρινη, ωχρή…
Που πάλεψε να βρει για λίγο το χαμόγελο,
μα υψώθηκαν τα βράχια –ίδια με λεπίδες–
και μάτωσε διπλά, που μάτωσε η φωνή…


ΔΙΠΛΗ ΑΝΗΦΟΡΑ


Απ’ τα σκληρά τα τείχη και τα κάστρα,
η πάλη βαδίζει διπλή ανηφόρα…
Νιώθω τη φωνή τους ν’ αναπνέει με την ώρα…
Ποτέ να μη γνωρίσουν τη μέρα εκείνη…
Την είδα και την έζησα στην πρώτη την μπόρα…


ΗΡΘΕ Η ΜΕΡΑ…


Ήρθε η μέρα και το είχες καταλάβει,
πίσω απ’ τα διάφανα, θολά, πικρά σου τζάμια,
μ’ ένα τραγούδι στο ραδιόφωνο να παίζει
και τη ζωή σου να γυρεύει τα σημάδια…

Ήρθε η μέρα και το είχες πια κοντά σου,
χωρίς τους γύψους και μαρμάρινες σιωπές,
να σε κοιτά, να μη ρωτά μα να σε νιώθει,
για όλα αυτά που δεν ξεπούλησες στο χθες…


ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ


Σαν νικηφόρος χαιρετισμός στο παρελθόν…
Λίγα λεπτά για τόσα χρόνια σιωπηρά,
θαρρείς σε πήραν απ’ το χέρι κρυφά
κι εσύ δεν ήσουν ποτέ ξανά απών…
ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ
ΕΠΙΚΑΙΡΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ 3

Πρώτο Μέρος


ΤΟ ΙΔΙΟ ΕΡΓΟ...

Κλειδωμένη η ελπίδα να μετράει τις ώρες
κι η ζωή μια ρανίδα στων εχθρών τους τις μπόρες...
Σ’ ένα έργο στημένο με διχτυών ανηφόρες,
που ποτέ του δε γνώρισε ούτε χρόνο, ούτε χώρες...


ΙΔΑΝΙΚΑ ΚΙ ΟΡΑΜΑΤΑ


Ιδανικά κι οράματα, χάρτινα, κλεμμένα...
Άλλοτε λυτρωτικά, με αίμα ποτισμένα...
Τη σιωπή της λήθης χλευάζουν ντροπιασμένα,
έκθετα στο μέλλον, ριγούν διαμελισμένα...


ΟΙ ΕΥΘΕΙΕΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ


Θα ξανάρθουν όσα ιερά κλαπήκαν
και πικρά θα εκπλαγούν όσοι "εύκολα" τα βρήκαν...
Αρπαγές, λεηλασίες, ύβρεις, ιεροσυλίες...
Δεν παρεκκλίνουν – ευτυχώς – της ιστορίας οι ευθείες.
Κατατροπώνουν ασεβείς και εχθρών λυκοφιλίες...


Η ΛΕΗΛΑΣΙΑ


Δύο χέρια άοπλα, δικά τους,
αχνά ψηλάφισαν το μέλλον...
Κι ένα μειδίαμα πικρό, στα χείλη χαραγμένο...
Ό,τι δικό τους, ιερό, σ’ "εκείνους" πουλημένο.
Σ’ αυτούς που λεηλάτησαν – χωρίς ίχνος αιδούς -,
ίδια το "στεγνό" και ίδια το "βρεγμένο"...


Ο ΗΛΙΟΣ ΤΟΥΣ

Θα ξαφνιάσουν οι μέρες εκείνες...
Μα ηλιαχτίδες ζωής θα ζεστάνουν,
τα τρεμάμενα, κρύα τους χέρια,
μακριά απ’ τις μπόρες που φθάνουν...


ΛΟΓΟΙ ΚΟΥΦΙΟΙ

Ντράπηκαν κι οι "θρίαμβοι" στεγνά, σφιγμένα χείλη,
του μόχθου και της λεβεντιάς άσπονδοι πάντα φίλοι.
Αυλικοί, ρηχοί και κούφιοι, τους παιδεύουν,
-χρόνια πίσω και μπροστά-
κάθε πρωινό και δείλι...


ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΟΝΕΙΡΟ...

Τ ’όνειρο το ρημαγμένο,
πάντοτε θα στέκει ορθό...
Ζει κρυμμένο στην ψυχή τους,
άυλο και ιερό...


ΖΑΛΩΜΕΝΟΣ ΚΑΙΡΟΣ

Βλέπουν από κει ψηλά,
τα δικά μας, τα τρεπτά...
Άυλοι, ανίκητοι, πρεσβεύουν νοερά...
Ζαλώθηκε και ο καιρός:
Μπρος του φθινοπώρου φως,
πίσω τον βαθύ γκρεμό...


Η ΕΠΑΙΤΕΙΑ

Όσοι ασπάζονται τις μνήμες,
τους τιμάει ο καιρός.
Δίκαιος κριτής, ορθός...
Μόνες η λήθη κι η αιδώς,
θα επαιτούν για λίγο φως...


ΤΟ ΨΕΜΑ


Κούρασε τις μέρες όλων, έντυσε μ’ αχλύ το φως...
Μα το ντρόπιασε ο καιρός...
Ό,τι και να κάνει, ό,τι και να πει,
χωρίς παραδοχή της γύμνιας του,
χαμένο θα ‘ναι πάντα, έτσι και αλλιώς...


Η ΤΙΜΩΡΙΑ

Από εδώ θα περάσει,
χωρίς να ρωτήσει,
ντυμένη κουρέλια εκείνη η μέρα...
Μοιραία θ’ αφήσει,
χωρίς λόγια και έργα,
όσους δεν γνώρισαν χειμώνα αγέρα...


Η ΠΡΟΔΟΣΙΑ (ΟΣΩΝ ΕΧΘΡΩΝ)


Η προδοσία τους προμελετημένη,
έσφυζε από ενοχή...
Εξόριστη κατήντησε...
Κύρτωσε και ζάρωσε
και ξέπεσε ρηχή...

Δεύτερο Μέρος


«Η ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ»

Κατεβαίνει μυστικά,
με μύρα και με θυμιατά,
η «Αρχόντισσα» και τους κοιτά...
Ασημένια η θωριά της,
αλώβητη μες τον καιρό...
Πιάνουν το χέρι της ζεστό,
όσοι δεν πρόδωσαν ποτέ τους,
λίγη μνήμη, λίγη πίστη, λίγο χώμα ελληνικό...


Η ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

Παράλληλες μα έρημες ροές,
πέτρωσαν για κάποια χρόνια...
Τις κέντησαν με αίμα και αχλύ,
της λήθης τα βελόνια...
Ανέβηκε κι η άνοιξη χειμώνα,
ανήφορους με χιόνια,
να σφίξει στην αγκάλη της,
χαμένα χελιδόνια...


ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΗ ΜΠΑΛΑΝΤΑ


Θα σε βρω στην ανηφόρα τ’ ουρανού σου,
εκεί που από μικρό παιδί γυρνούσες πάντα,
με όλα τα άνθη και τα λάθη της ζωής σου,
να ψιθυρίζουν μια γλυκόπικρη μπαλάντα.

Και σε βρίσκω πάλι στη σκαιά σιωπή σου,
ποιός σ’ έβαζε χρόνια να μετράς πλαστά ;
Τα λεπτά, τις ώρες, όλες τις στιγμές σου,
με ταμπέλες, τίτλους, δήθεν, τυπικά...

Θα σε βρω στον δρόμο εκείνο τον ωραίο,
αυτόν που κάποτε ανεβαίναμε παρέα
κι όλο κάτι θα χρωστούν τα όνειρά μας,
που ακόμη ζουν να μην υψώσουν,
πάνινη, λευκή σημαία...


ΟΤΑΝ ΤΡΕΧΕΙ Η ΨΥΧΗ


Δε χρειάζονται τα λόγια όταν τρέχει η ψυχή...
Σπάει τείχη, χωροχρόνους κι αναπνέει στη σιωπή...
Με στιγμές μετράει τα χρόνια και χωρίς ανταμοιβή.
Το γνωρίζουν όσοι αγγίξαν,
στον καθρέφτη τους ρωγμή...


Ο ΚΑΘΕ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ


Αν δεν σκύψεις πάνω από τον ματωμένο,
αν δεν σκουπίσεις το αίμα του με τα χέρια σου,
ποτέ δε θα "δεις" το πρόσωπό του...
Για να σκύψεις, πρέπει να είσαι "εκεί".
Για να "δεις" όμως το πρόσωπό του,
χρειάζεται περίσσια λεβεντιά...


Η ΣΥΓΧΩΡΗΣΗ

Έσφιγγε στα χείλη του μια κρυφή κουβέντα,
για να ξορκίσει ολότελα τα "εύθρυπτα πληγέντα"...
Εκείνα που συγχώρησε των χρόνων η αφή,
τον έκαναν ανθρώπινο, σεμνό και ευγενή...


ΜΙΑ ΦΑΝΕΡΗ ΚΡΥΜΜΕΝΗ

Μόνο όρθια στάθηκε εκείνη η στιγμή.
Πολύ μακριά απ’ τις συνήθεις και πολλές...
Αγέρωχη, απροσδόκητη, χωρίς ρηχούς κριτές.
Μια φανερή κρυμμένη...
Και όσοι την ψηλάφισαν, δεν πιάσαν διαφορές...


ΚΟΝΤΑ ΤΟΥΣ


Για κείνους που δεν ύψωσαν τείχη νοερά,
την πίστη τους δεν άφησαν βορά στη λησμονιά,
μικροί θα ‘ναι οι χειμώνες τους
κι Αυτή πάντα κοντά...


ΓΙΑ ΚΕΙΝΟΝ ΠΟΥ "ΕΦΥΓΕ"...


Μόνος ήσουν, παλεύοντας μόνος...
Βιτρίνες γύρω σου πολλές και φώτα,
μα ο ίδιος πάντα πόνος...
Κι έγινε κείνη η μοναχική πορεία,
ένας κόμπος, της ζωής σου ελεγεία...


Η ΕΥΧΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ

Το χώμα εκείνο το ποτισμένο,
με αίμα και δάκρυα γενεών...
Από τον πόλεμο καμένο,
στάχτη και βλέμμα των νεκρών...
Ευχή γλυκιά, ζεστή, δική τους:
να γίνει άνοιξη μια μέρα,
γη παιδιών και γιασεμιών...


ΓΙΑ ΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΘΥΜΑ ΒΙΑΣ


Έρρεε στο βλέμμα της μιας θάλασσας πληγή...
"Αλμύρα" που τη βύζαξε κρυφά πολύ μικρή...
Κι ούτε μια λέξη δε βρήκε να μου πει.
Μαρμάρινο καράβι έπλεε στη σιγή...


Ο ΑΙΜΑΤΙΝΟΣ ΗΛΙΟΣ
Καίγεται από φωτιά πολέμου,
χρόνια ανήλια η ψυχή τους...
Ο δρόμος της ζωής εκεί, μ’ ερείπια σπαρμένος...
Κι ο ήλιος της αιμάτινος, στα σύρματα μπλεγμένος...


ΟΙ ΜΝΗΜΕΣ ΤΗΣ ΝΙΟΤΗΣ

Άνοιξε δυο χάρτινες φτερούγες με το νου του...
Εκεί που ήταν δεν μπορούσε να πετάξει.
Με τα χρώματά του ξασπρισμένα όλα,
ξύπνησε τις μνήμες του για να μπορεί να "βάψει"...
Θυμήθηκε ιστορίες της νιότης σμιλευμένες,
με δάκρυα και μόχθο, μ’ επαίνους τιμημένες...


ΤΑ ΡΟΖΙΑΣΜΕΝΑ ΧΕΡΙΑ


Δε γνώρισε τιμές, μονάχα τη φωτιά,
σε δύσκολους καιρούς, χωρίς μια ξαστεριά...
Ζούσε μοναχικά και πάντα σιωπηλά,
σαν τα αγέρωχα, ψηλά, τραχιά βουνά...
Έσκαβε και πότιζε χώματα ιερά...
Μα έκρυβαν όλης της γης τ’ αστέρια,
εκείνα τα ζεστά, τα ροζιασμένα χέρια...


ΑΝΟΙΧΤΗ ΠΛΗΓΗ


Από την πίκρα του πολέμου
και τη ματωμένη γη, νιώθει ανοιχτή πληγή...
Δεν μπορεί να καταλάβει,
γιατί όλη η ζωή της,
στάζει ξενιτιάς βροχή...


ΟΙ ΘΑΜΜΕΝΟΙ ΜΑΗΔΕΣ


Πόσους Μάηδες ακόμη θα θάψουν εκείνα τα παιδιά;
Μες τα χαλάσματα, σε κατακόμβες του θανάτου,
να γυρεύουν ορφανά, λίγη μόνο ξαστεριά...
Κι "εκείνοι" μ’ ευχολόγια,
αμετανόητοι, απόντες,
να βλέπουν από μακριά...


Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΑΠΕΞΑΡΤΗΣΗΣ


Σαν το εύθραυστο, ξερό φύλλο,
που το σηκώνει ο αγέρας και το πηγαίνει...
Δεν έχει άλλη δύναμη να κάνει βήμα,
να νιώσει αν ο ήλιος φεύγει, μένει...
Θέλει να μιλήσει μα φωνή δε βγαίνει...
Κι από την πέτρινη πόρτα της μάχης,
σαν πουλί μικρό, αλαφιασμένο,
η ελπίδα μπαινοβγαίνει...


Η ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ


Μια κάτισχνη μορφή,
στο πεζοδρόμιο γερμένη,
δεν έχει πια να περιμένει...
Κάθε του μισεμένη, κέρινη αρχή,
λογχίζει με πίκρα την ψυχή...
Της ζωής του η ελπίδα,
έγινε θηλιά, λεπίδα...


ΤΟ ΑΦΑΝΕΣ (ΤΟΥ ΚΑΘΕΝΟΣ)

Ό,τι φαίνεται, πολλές φορές δεν είναι...
Αυτό που τρέχει αφανές, αν το πιάσεις, μείνε.
Τα ίδια ωραία λόγια, αχλύος ευχολόγια...
Κουράζουν όλα αυτά...
Μιλώ λοιπόν κι εγώ, γι’ "ανώγια και κατώγια"...


ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΟΥΣ


Τυφλή και οπλισμένη,
πάντοτε βούρκωνε η ελπίδα...
Απάγκειο  ειρήνης γύρευε,
μα αίμα το πλημμύριζαν...
Κι εκείνος ο ολόλευκος ο κρίνος,
στο πήλινο, μικρό γλαστράκι,
που ρίγησε για μια αχτίδα...
Με αίμα τον έβαψαν κι αυτόν.
Βορά στην "καταιγίδα"...


ΤΑ ΓΙΑΣΕΜΙΑ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ


Ευώδιαζαν τα γιασεμιά ειρήνης,
που ο ήλιος έλουζε χρυσός...
Άνθιζαν κι άνθιζαν κι οι κάννες,
των όπλων ο πικρός καιρός...
Έπεσε ξάφνου μαύρη ομίχλη,
κι ο ήλιος τους, θρήνος βουβός...
Αίμα τα χρόνια, αίμα ποτάμι,
βόμβες τα κέρναγε ο εχθρός...
Κάθε πρωί κάποιος γνωστός τους,
στο δρόμο έπεφτε νεκρός...
Δύο παιδιά βάφουν τον τοίχο:
ρόδινο ήλιο ν’ ανατέλλει,
ειρήνης άγγελος, ζεστός...
ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ
ΕΠΙΚΑΙΡΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ 2

Πρώτο Μέρος


Η ΙΣΤΟΡΙΑ

Σ’ ένα κατώφλι απλό στέκει όρθια η ιστορία,
οι μνηστήρες της πολλοί, δράκοι κι άγρια θηρία.
Περιμένουν λιμασμένοι μία μόνο της ματιά
και τον ήλιο λένε φίλο, να μη φαίνεται η προβιά.

Μα στον ‘θρόνο’ όταν κάτσει, ούτε που θα τους κοιτάξει.
Κι ό,τι σκύλεψαν εκείνοι, στη ροή της θα χαράξει.
Και θα λέει τραγουδώντας στις επόμενες γενιές,
να βρεθούνε ενωμένες όταν θα ’ρθουν οι φωτιές…


ΚΡΑΥΓΗ


Στέκουν οι μέρες σαν αμίλητα παιδιά,
που κρύβονται και βγαίνουν πάλι πίσω από τη λησμονιά.
Κι εσύ ζωσμένος μια σπασμένη ελπίδα,
σαν απόλυτη σιωπή, λίγο πριν την καταιγίδα…

Φωτίζει πάλι το αραχνιασμένο σου μπαλκόνι,
της ζωής παραιτημένο, όλο ξενιτιά και σκόνη.
Κι εσύ ζωσμένος μια κρυφή ελπίδα,
γίνεσαι τώρα κραυγή, λίγο πριν την καταιγίδα…


ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ

Έσταζε ήλιο και βροχή εκείνη η ματιά
και όταν την αντάμωνα έκρυβε ξενιτιά.
Σε πρόσωπο σκαμμένο, ήρεμο, γλυκό,
που χάραμα δε γνώρισε, μονάχα τον διωγμό.

Ώρες μου μιλούσε για μέρη μακρινά,
εκεί που χάνονται άνθρωποι και κλαίνε τα παιδιά.
Λαχτάρησε ειρήνη κι αυλές γεμάτες φως
κι ευχήθηκε λουλούδια να γίνει ο εχθρός…


ΧΩΡΙΣ (ΠΟΛΙΤΙΚΗ) ΑΙΔΩ


Από όσα κουβαλούν, τίποτα δε θα δεις.
Χαμόγελα νεφέλης κι ο ήλιος καταγής…
Από όσα κουβαλούν, τίποτα δε ζεις.
Θόλωσε κι ο καθρέφτης, εκείνος της ντροπής…


ΤΟ ΘΑΜΠΟΣ


Μην ελπίζεις ποτέ να δροσιστείς,
στον ίσκιο των ‘μεγάλων’ που πάντοτε παιδεύουν.
Κάτι από το φως τους όλο θα λιγοστεύει,
γι’ αυτό από το θάμπος, πολύ νωρίς σκληραίνουν…


ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ

Αυτές θα στέκουν πάντα εκεί,
αιώνιες, μεγάλες.
Γι’ αυτές θα ψάχνεις, θα ρωτάς,
μα δε θα βρίσκεις άλλες…


ΤΑ ΑΝΘΗ ΤΑ ΡΟΔΙΝΑ

Ποιός έβαψε γκρίζα κείνα τα ρόδινα άνθη,
που χάιδευε ο αγέρας στον αγρό και γέρναν  ευτυχισμένα…
Αιμάτινη τα έντυσε σιωπή και ενοχή,
τους άπλωνα το χέρι μου κι έφευγαν φοβισμένα…

Πάντοτε στον πόλεμο τη νίκη έχει η ειρήνη.
Κι απ’ τους εχθρούς τους ηττημένους, κανένας δε θα μείνει.
Τίποτα δεν κατάφερε να πάρει ο εχθρός τους.
Στέκουν και πάλι ρόδινα, στον όμορφο αγρό τους…


ΤΟ ΣΚΟΡΠΙΣΜΑ...


Θα σκορπίσουν όλοι,
σαν πουλιά βρεγμένα…
Και θα χάσουν αίφνης,
όλα τους τα ‘κερδισμένα’…

Στο μέρος αυτό που ζήλεψαν,
-χωρίς να το γνωρίζουν-
πως τ’ άνθη που ’κοψαν εφήμερα,
αιώνια θ’ ανθίζουν…


ΧΩΜΑ ΜΟΥ ΓΛΥΚΟ


Τί να πεις χώμα μου γλυκό,
με τόσα που έζησες και ζεις…
Ρυτιδώνει το βλέμμα της η μνήμη
και βαθαίνει η πληγή της σιωπής…

Καμιά σιωπή δε μένει πάντοτε σιωπή.
Και σαν σημαία ιερή, πολύ ψηλά θα υψωθεί.
Όταν έρθει η ώρα, χώμα μου γλυκό,
που ’χεις δόξα και τιμή σου γαλανόλευκο σταυρό…


ΣΕ ΤΕΛΜΑ…

Σε βλέπω να μην προχωράς…
Χωρίς αφετηρία.
Σαν τον στρατιώτη που φορά,
διάτρητη πανοπλία...


Η ΑΝΟΙΞΗ ΤΟΥΣ


Και πού να ψάξουν να τη βρουν;
Εκεί που είσαι, κάτσε μέτρα.
Δέκα φωτιές σ’ εφτά χειμώνες
και μία άνοιξη σα πέτρα.

Κι όταν τη βρουν, δεν θα στο πουν.
Πρώτη φορά χωρίς τα λόγια.
Γιατί η άνοιξη δεν ζει,
φυλακισμένη και χλωμή, σ’ ανήλια υπόγεια…


ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ


Και για σένα και για μένα,
για τα μύρια και το ένα,
όλα πια σχεδιασμένα.
Μα καθόλου τελειωμένα…