ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ
ΕΠΙΚΑΙΡΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ

Πρώτος Μέρος


ΤΑ ΧΙΛΙΑ ΧΕΛΙΔΟΝΙΑ

Εκεί που στένευε η οδός κι έμειναν πάλι μόνοι,
πρόβαλλε πίσω από τη σκόνη, κάτασπρο χελιδόνι…
Αγνάντευε και μίλαγε μ’ ανθρώπινη λαλιά,
για τα κομμένα άνθη τους, που έγιναν καρφιά.

Και όπως αργομίλαγε με καθαρή τη γλώσσα,
τρέχαν τα μάτια του βροχή, για τα δεινά τα τόσα.
Μία υπόσχεση έδωσε αιώνια στα χρόνια,
πως δράκος θα είναι ένας, μα χίλια τα χελιδόνια….


ΤΟ ΞΕΒΡΑΣΜΑ

Μιλούσες μόνος με ίσκιο κι ένα αστέρι,
μες τ’ αφρισμένα κύματα, για μια γλυκιά πατρίδα.
Αόρατα σε έφεραν δυο χέρια πιο κοντά,
κι έγινε η πίκρα της ζωής τους μία μικρή κουκκίδα.

Ευθύς κι αθόρυβα άνοιξε κείνος ο δρόμος ο γλυκός,
που χρόνια τώρα στοίχειωναν των λίγων κατηφόρες…
Και ξέβρασε σαν θάλασσα ό,τι ξεπεσμένο,
σύννεφα φθινοπώρου και του χειμώνα μπόρες…


ΕΛΛΑΔΑ

Κόρη θλιμμένη απ’ της πληγής το θάμπος,
στάχτη σε έντυσαν και πού να βρω να γείρω ;
Το χέρι ματωμένο κρατώ χωρίς σφυγμό,
το βλέμμα σου θολό, δάκρυα με το μύρο…

Κόρη κομμένου γιασεμιού, δυόσμου και βασιλικού,
τα χρώματά σου τα σεμνά γλυκά κρυφοκοιτάζω…
της ματιάς σου το λευκό ν’ ανατέλλει πιο λευκό,
της καρδιάς σου το γαλάζιο, ν’ ανασαίνει πιο γαλάζιο…


ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙΡΩΝ

Ένα κομμάτι γαλάζιο ουρανού,
κι ένα κομμάτι χώμα ζεστό…
Πώς κάτι τόσο ιερό και μεγάλο,
τάχα φαντάζει στους άλλους μικρό;

Λείπει στα χρόνια ένα τους νεύμα…
Μονάχα αυτό να μην ήταν απόν.
Κι όσα σου έφτιαξαν καλά κεντημένα,
είναι η αρχή και σημεία καιρών…


ΟΙ ΟΔΗΓΟΙ…

Ήρθε ο καιρός ν’ ανοίξουμε πανιά…
Καθάρισε τη μνήμη απ’ την πολλή σκουριά.
Γιατί όσο βυζαίνεις τη λησμονιά,
θα γίνονται όλα και πιο στενά…

Έρχονται δύσκολοι καιροί μπλεγμένοι δίχτυα,
μα εσύ μην φοβηθείς ποτέ σου των δράκων τα ξενύχτια…
Ξεκρέμασε γοργά τα όπλα της ψυχής σου,
κι εκείνοι από ψηλά θα είναι οδηγοί σου…


Η ΠΙΣΤΗ

Αν γνώριζες ό,τι στ’ αλήθεια υπάρχει,
δεν θα θυμόσουν σύνορα, για να μπορέσει να ‘ρθει…
Αν έβλεπες ό,τι στ’ αλήθεια υπάρχει,
ασάλευτος θα έμενες ως της νυχτιάς τα βάθη…
Αν ένιωθες ό,τι στ’ αλήθεια υπάρχει,
θα άνθιζαν σε μια στιγμή, οι πέτρες και οι βράχοι…


ΔΙΚΑΙΩΣΗ…

Πήραν τα κλειδιά σου ξένοι, δεσμοφύλακες πικροί,
και γυρνούν απ’ άκρη σ’ άκρη, δε σ’ αφήνουνε στιγμή.
Σήκω κι ήλιο πέτα τώρα, βόλι αχτίδας να τους βρει,
κι οι αυλές ν ανθίσουν πάλι, αγιασμένο γιασεμί…


ΚΑΚΟΣ ΑΚΡΟΑΤΗΣ

Από τις άγνωστες φωνές,
της ξηρασίας, θλιβερές,
γιατί αλήθεια να κρυφτείς ;
Ποτέ δεν τις ανέχτηκες.
Και στη χροιά την πέτρινή τους,
που σμίλευε χρόνων αντοχές,
ήσουν κακός ακροατής…


ΤΑ ΧΝΑΡΙΑ…

Σφύριζε ο άνεμος ένα τραγούδι,
χωρίς μουσική, θα ‘ταν πρώτη φορά.
Μα σαν μουσική ακουγόταν αλήθεια,
στα χείλη σου ερχόταν ξανά και ξανά…

Μιλούσε για κείνους που άφησαν χνάρια,
αλώβητα, άυλα, στα χρόνια στεριά.
Που νίκησαν μόνο με μία τους λέξη,
όλους τους δράκους και τα θεριά…


ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Παραμύθια βαμμένα, ξεθωριάζουν στο τέλος.
Την καρδιά τους τρυπά, ένα άλικο βέλος…
Μένουν τώρα απουσία και μια ήττα σιωπής,
να θρηνούν τις αλήθειες που ‘ναι πια εμφανείς…


ΤΑ ΜΕΓΑΛΕΙΑ

Ντυμένοι ωραία και σεμνά,
βαδίζουνε με σιγουριά.
Ασπίδα διάφανη κρατούν,
κι όσοι δεν ξέρουν τους ρωτούν:
«Πού είναι η πανοπλία»;
Εκείνοι απάντηση τους δίνουν:
«Έχουμε παρρησία»!
«Κι όσα χαμένα θα στεφθούν,
δικά μας μεγαλεία»….


Η ΑΦΙΞΗ

Τί με κοιτάζεις σκυθρωπά ;
Όλα θα γίνουν γοργά και απλά,
χωρίς παραστάσεις και λόγια κενά.
Εκείνοι δεν τα ‘χουν ανάγκη αυτά…

Χρυσάφι κι ασήμι η όψη τους ρέει,
και παίρνουν στους ώμους τους των δίκαιων χρέη.
Θα έρθουν για κείνους που καρτερούν,
και όχι γι’ αυτούς που δε θέλουν να δουν…


ΧΩΡΙΣ ΔΙΣΤΑΓΜΟ…

Κοντά να είσαι στη διάφανη ζωή τους.
Από μακριά κοιτώντας, ποτέ σου δε θα δεις.
Βγάλε τις πανοπλίες και τις βαριές ασπίδες,
για να ανοίξει ο δρόμος της επιστροφής.

Και σου υπόσχομαι, πιο εύκολα θα γίνουν όλα.
Θα έρθει εκείνο το πρωί μ’ αγιόκλημα γλυκό,
με τα επίσημά του φορεμένα, αρχοντικό, σεμνό…
Και κείνοι δεν θα έχουν πια, κανέναν δισταγμό…


ΨΗΛΑ

Πολύ μακριά απ’ τα πολλά,
που κάποτε τους είπαν,
άγγιξαν γέλιο του βοριά,
κι όλοι οι χειμώνες λείπαν…

Άγνωστοι έγιναν γνωστοί,
το «χώρια» φώναξε «μαζί»!
Κοιτούσαν τώρα πιο ψηλά,
τα μάτια ατένιζαν βαθιά,
και οι κομπάρσοι… τσιμουδιά!


ΤΟ  ΞΕΦΤΙ

Τίποτα δεν έμεινε από τα χρόνια εκείνα,
που δε βρήκαν αφορμή,
να γυρέψουν λίγη μνήμη,
σε μια στείρα διαδρομή…

Χωρίς μνήμη, ίδια λάθη,
κι η αυλαία μόνη πέφτει…
Οι θεατρίνοι θεατές,
κι η αλήθεια ένα ξέφτι…


ΟΙ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ

Απαθείς οι θεατές,
σ’ ένα θέατρο παλιό,
ποιοί αποχωρούν, ποιοί μένουν,
ούτε πρόλαβα να δω.

Θεατρίνοι με κουστούμια,
συζητάνε βιαστικά,
και γυρνούν στα καμαρίνια,
για να πούνε μυστικά.

Χρόνια τώρα παραστάσεις,
σ’ ένα θέατρο κακό,
παίδευαν τους θεατές,
παίδευαν και τον καιρό…


ΣΥΝΤΡΙΒΗ…

Ήσυχα, στη ροή του χρόνου, θα σαρωθούν όλες οι φυλακές.
Άυλα. Ευτυχώς. Και προπάντων ακατάληπτα…
Κι ό,τι δεν ανανήψει κι αρχίσει να απλώνει,
αίφνης θα θρυμματιστεί και θα χαθεί σαν σκόνη…


ΤΟ ΠΑΙΔΕΜΑ

Παιδεύεται το λίγο φως,
εκεί που χάθηκε η αιδώς:
Άγαλμα ο χρόνος,
δίχτυ η βιτρίνα,
αδιάβατη ατραπός…

Δεύτερο Μέρος

 
ΑΙΩΝΕΣ ΓΙΝΑΤΕ ΣΤΙΓΜΕΣ…

Αιώνες γίνατε στιγμές, άμμος που πέφτει και σιωπές,
μα εσύ δε μπόρεσες να βρεις ούτε δυο λέξεις…
Απ’ τις χιλιάδες μουσικές, που ήταν όλες δανεικές,
μία αρκούσε μόνος σου να βρεις για να διαλέξεις.

Αιώνες γίνατε στιγμές, άμμος που πέφτει και ευχές,
κοντά σε έφεραν ξανά μπροστά μου γελαστό,
να πλησιάζεις πιο κοντά, να μην χρωστάς στα χθεσινά,
και στο φόβο να χαρίζεις μια πυξίδα ουρανό…


ΤΑ ΔΙΑΦΑΝΑ  ΣΟΥ…

Τα διάφανά σου τα φωτεινά κι ανάλαφρα,
χωρίς τις κουρτίνες τις βαριές,
σαν τα μικρά παιδιά ανέμελα γελούν,
μακριά από φτιασίδια κι άχρηστες μπογιές.
Ποτέ τους πράγματι δε γνώρισαν μπογιές.
Δε γεύτηκαν των χρόνων κατακάθι,
με ψεύτικες βιτρίνες και λάθος ανοχές…


Η ΑΡΝΗΣΗ

Πώς τόλμησε το γκρίζο γέλιο,
να φυλακίσει το λευκό;
Τ’ αρνιόσουν πάντα και ζητούσες,
να φέρει πίσω το παλιό…

Εκείνη η δίκαιη άρνησή σου,
σ’ ό,τι σου φάνηκε καπνός,
στα χείλη έγινε τραγούδι,
στο βλέμμα ήλιος κι ουρανός…

Αρνήθηκες βιτρίνας γέλια,
τύπους και δρόμους χωρίς φως,
κι έμεινε κείνο το τραγούδι,
σύνθημα, μνήμη κι οδηγός…


Η ΜΠΕΖ ΚΟΛΟΝΑ

Η μπεζ η κολόνα σε μία γραμμή,
νιώθει τα χρόνια και τη στιγμή.
Απόντες, παρόντες, το ίδιο πια,
γνωστοί της ξένοι, πίσω, μπροστά.

Η μπεζ η κολόνα σε μία γραμμή,
Σιγά ψιθυρίζει : τί χώρια, μαζί…
Όλοι αστέρια στον ίδιο καμβά,
βλεπόμαστε πάντα κρυφά, φανερά…

Η μπεζ η κολόνα στην ίδια γραμμή,
νάρκες οι στάσεις, μια διαδρομή.
Χωρίς φτιασιδώματα και πλαστικά,
ποτέ δε χρειάστηκε φθηνά υλικά.

Η μπεζ η κολόνα σε μία γραμμή,
δέσποζε ελεύθερη, χωρίς «πρέπει», «μη»…
Και όλα μα όλα θυμάμαι ανοιχτά,
βλέμματα, γέλια, μπαλκόνια λευκά…

Κι μπεζ η κολόνα σε μία γραμμή,
δικοί της, δικοί σου, περνούν βιαστικοί,
με ένα λουλούδι κρυμμένο βαθιά,
και τύπους στους τύπους γεμάτους σκουριά…


ΤΑ ΑΓΙΑ ΧΕΡΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

Χιλιάδες ήλιοι κι αν έριχναν το φως τους,
χωρίς ψυχή δεν θα μπορείς να δεις.
Και πάλι θ’ αρχίσεις και πάλι θα τελειώσεις,
μ’ αν σε ρωτήσει κάποιος, δε θα ΄χεις τί να πεις.
Γιατί είναι πέρα από ήλιους και αστέρια,
ταξίδια και αγάπης καλοκαίρια :
Ό,τι χωράει στης ψυχής τα άγια χέρια…


ΚΡΥΜΜΕΝΟΙ ΘΗΣΑΥΡΟΙ…

Τί ν’ αποχαιρετήσω από κείνα που ακόμη ζουν;
Κάθε στιγμή δική τους, τη δική μου ακουμπούν…
Έρχονται και φεύγουν, μα είναι πάντα εκεί.
Ανόθευτοι, ατόφιοι, κρυμμένοι θησαυροί…

Τί ν’ αποχαιρετήσω, αφού συνέχεια μου γελούν;
Του χρόνου τη βαριά καδένα, μπροστά μου μονομιάς πετούν.
Και σμίγουν μεσημέρια με δειλινά μαβιά,
χαμόγελα ανθισμένα και γιασεμιά λευκά…


ΓΙΑ ΚΕΙΝΗ…

Χάραζε το πρόσωπό σου,
κάθε στιγμή με τις σιωπές,
τα δάκρυα, τα όνειρά σου,
πέρασαν γρήγορες στιγμές…

Εκείνο το ζεστό σου βλέμμα,
στα χείλη ονείρου μελωδία…
Η μόνη που ήθελες να ζήσεις,
σκηνή σε αληθινή ταινία…


ΑΝΕΠΑΦΑ…

Κάθε βράδυ, δίνει δύο φιλιά για καληνύχτα,
σε εκείνα που ποτέ δεν πρόκειται να χαθούν.
Από κείνο το ψηλό, όμορφο μπαλκόνι,
που γνέφει ανυπόμονα στο πρώτο χελιδόνι…

Εκείνα ποτέ τους δε γνώρισαν χωροχρόνο.
Μένουν παντοτινά, ασάλευτα, γνήσια, ακριβά…
Γι’ αυτό και δεν τα σμίλευσε ποτέ,
του χρόνου η πηχτή και μάταιη σκουριά…


ΜΝΗΜΗ ΑΝΟΙΧΤΗ

Οποιαδήποτε στιγμή η μνήμη μένει ανοιχτή…
Προβάρει χρόνων οδηγίες…
Σαν το παιδί που καρτερά,
ν’ ακούσει πάλι ιστορίες…

Φοράει πάντα τα λευκά,
για όσα θέλει να γιορτάζει.
Κι όταν παλεύει ανακωχή,
μία σημαία νοερή, ανεβοκατεβάζει…


ΧΛΕΥΗ…

Πολύχρωμα τα φώτα, σβήνουν.
Ωραίες οι φιγούρες, φθίνουν.
Τραβούν αυλαία και την κλείνουν.
Πίσω της βλέπει η ψυχή μου,
χλευάζει και μόνο τη σκέψη,
«χωρίς όλα αυτά» ή «μαζί σου» ;


ΑΝΟΙΧΤΟΣ ΔΡΟΜΟΣ

Χειμώνες σε έντυναν, μα εσύ τους γελούσες.
Ελεύθερα αγνάντευες εκεί που γυρνούσες…
Σου χάριζαν ευγενικά φύλακες και φυλακές,
μα εσύ τ’ αρνιόσουν πάντα και έστελνες ευχές…
Στάθηκε ο δρόμος ανοιχτός, γεμάτος σεβασμό,
κι άγγιζες με την ψυχή, γαλάζιο, ήλιο κι ουρανό…


Η ΑΠΟΥΣΙΑ

Απ’ τα μπαλκόνια απουσίας,
βγήκαν φιγούρες μιας γιορτής…
Κι όσο κι αν σου φώναζαν,
ποτέ δε γύρισες να δεις…


ΤΑ ΑΥΛΑ ΧΑΔΙΑ

Χτισμένα σπίτια χωρίς εκείνους,
πόσο τα νιώθω άδεια…
Τοίχοι νεκροί, πιο παγεροί,
κι εγώ πάντα να γυρεύω,
εκείνων τα άυλα χάδια…